ΑΠΟΨΕΙΣ

Νεοοθωμανισμός και αλυτρωτισμός

Τα σημεία της έρευνας που ανέδειξε στην «Καθημερινή» της Κυριακής ο συνάδελφος Παύλος Παπαδόπουλος για τη θεσμική στροφή της Τουρκίας στον τομέα της εκπαίδευσης (Ισραηλινό Ινστιτούτο Ειρήνης και Πολιτισμικής Ανεκτικότητας στη Σχολική Εκπαίδευση και βρετανικό ερευνητικό κέντρο Henry Jackson Society) συμβάλλουν στην αποτύπωση μιας εικόνας που δεν εκπλήσσει καθόλου. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει ότι, μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, το καθεστώς Ερντογάν έχει προχωρήσει σε μια κατεύθυνση ενίσχυσης του ρόλου της θρησκείας στην παιδεία και στον δημόσιο λόγο, αλλά και στη συνειδητή καλλιέργεια μίσους και περιφρόνησης για το «άλλο». Αυτή η προσπάθεια, βέβαια, ξεκινάει από τη βίαιη διαγραφή του ιστορικού υποστρώματος της Μικράς Ασίας και του χώρου που καταλαμβάνει η σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία. Η εξαφάνιση της μακραίωνης παρουσίας Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων από τα σχολικά βιβλία, αλλά και η επιλογή στυγνής πολιτισμικής καταπίεσης των εκατομμυρίων Κούρδων, πρακτικά ωθεί τις νεότερες γενιές των Τούρκων σε μια ρατσιστική και διόλου «συμπεριληπτική» κοσμοαντίληψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ταυτόχρονα, διδάσκεται η «υπεροχή» των Τούρκων αλλά και ένας παραδοσιακός αλυτρωτισμός για τις διάφορες καταπιεσμένες πατρίδες και μειονότητες, έξω από τα σύνορα της χώρας.

Την ίδια στιγμή, μέσω της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων (της γνωστής Diyanet) της τουρκικής προεδρίας, η κυβέρνηση Ερντογάν προτάσσει την ερμηνεία του σουνιτικού Ισλάμ που προτιμά, αποκλείοντας, μεταξύ άλλων, και τους Αλεβίτες, ενώ ο επικεφαλής της ιμάμης Αλί Ερμπάς ανεβαίνει στον άμβωνα που έχει στηθεί στην Αγία Σοφία κρατώντας το ξίφος-σύμβολο της κατάκτησης (στον ελεύθερο χρόνο του, πάντως, έχει διακριθεί για την προτίμησή του στις πολυτελείς θαλαμηγούς). Στο σημείωμα της περασμένης Τρίτης τονιζόταν από αυτή τη στήλη ότι κάθε κίνηση στην οποία έχει προχωρήσει η Αγκυρα τα τελευταία χρόνια έχει προαναγγελθεί. Η έκρηξη των συγκρούσεων στο Ισραήλ και στη Γάζα και η άμεση ανάδειξη σεναρίων από την Τουρκία ότι η περίοδος μπορεί να αξιοποιηθεί για συμφωνίες ανάλογες με εκείνη που έκανε η Αγκυρα με τη διαλυμένη Λιβύη τον Νοέμβριο του 2019, όσο εξωπραγματικές και υπερβολικές και αν ακούγονται, είναι ενδεικτικές μιας τακτικής κακόπιστου επεκτατισμού επί ερειπίων.

Είναι δεδομένο ότι υπάρχουν πολλοί Τούρκοι οι οποίοι απωθούνται από την κυβέρνηση Ερντογάν, κυρίως όσοι δεν ζουν στη χώρα και έχουν μεγαλύτερη απήχηση στη Δύση. Ολους αυτούς ο Ερντογάν τους αγνοεί επιδεικτικά. Δεν τον αφορούν ως πιθανό εκλογικό κοινό, ενώ, εμμέσως, η παρουσία τους τον ευνοεί καθώς οι συχνά υπερβολικά αισιόδοξοι Δυτικοί αναλυτές τούς βλέπουν ως την ελπίδα για μια «άλλη Τουρκία». Η Ελλάδα είναι εξίσου «καταδικασμένη» να είναι αισιόδοξη. Ακόμη και αν τα μηνύματα που εκπέμπονται από την άλλη πλευρά του Αιγαίου συνηγορούν προς το ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα.