ΑΠΟΨΕΙΣ

«Γουστάρεις; Μπουτάρης» και στους… εμβολιασμούς

Το επόμενο στοίχημα της χώρας είναι προφανώς η ταχύτητα των εμβολιασμών και η επιδημιολογική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας το καλοκαίρι. Οσο περισσότεροι πολίτες εμβολιαστούν και αποκτήσουν κάποια ανοσία μέσα στον επόμενο μήνα, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα θα έχει η χώρα να αντιμετωπίσει χωρίς απρόοπτα το τουριστικό κύμα του Ιουλίου – Αυγούστου και να αποφύγει ξαφνικές εξάρσεις του κορωνοϊού και απρόσμενα τοπικά lockdowns. 

Το ρίσκο παραμένει μεγάλο, διότι, κακά τα ψέματα, η χώρα ανοίγει τις πύλες της στον τουρισμό με λιγότερο από το 30% του πληθυσμού να έχει εμβολιαστεί –έστω με την πρώτη δόση–, σε μια στιγμή μάλιστα που όλοι οι ειδικοί ανεβάζουν το ποσοστό για την επίτευξη ανοσίας της αγέλης στο 80% του πληθυσμού λόγω των νέων επιθετικών μεταλλάξεων.

Ετσι, παρά το ότι το πρόγραμμα εμβολιασμού έχει πλέον απογειωθεί στη χώρα, με περίπου 110.000 χορηγήσεις εμβολίων την ημέρα, οι Αρχές θα πρέπει να αναζητήσουν τάχιστα τρόπους ώστε να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερα εμβόλια το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Οχι με πειραματισμούς, αλλά με έξυπνους τρόπους που έχουν ήδη δοκιμαστεί σε άλλες χώρες. Οπως είναι π.χ. η εστίαση στη μία δόση εμβολιασμού, η επιστράτευση και ιδιωτών γιατρών στους εμβολιασμούς αλλά και η κορύφωση της εκστρατείας πληροφόρησης ώστε να πεισθούν για την αναγκαιότητα των εμβολίων και εκείνοι –ιδιαιτέρως στις μεγάλες ηλικίες– που ακόμη παραμένουν διστακτικοί.

Είναι γνωστό ότι η Βρετανία βασίστηκε έως τώρα κυρίως στη μέθοδο της πρώτης δόσης εμβολιασμού σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, πετυχαίνοντας, έπειτα από 6,5 μήνες εμβολιασμών (μία δόση –κυρίως AstraZeneca– σε 37 εκατομμύρια πολίτες και σε 20 εκατομμύρια από αυτούς και δεύτερη δόση), το πλέον αδιαπέραστο τείχος ανοσίας στην Ευρώπη. 

Στο ίδιο πνεύμα, και η Ελλάδα θα μπορούσε κάλλιστα για το κρίσιμο αυτό διάστημα έως τα μέσα Ιουνίου, που αναμένεται το πρώτο κύμα αφίξεων τουριστών στη χώρα, να ρίξει το κύριο βάρος των εμβολιασμών στην πρώτη δόση του εμβολίου. Αλλά και να αυξήσει το διάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης δόσης στα mRNA εμβόλια (από τρεις στις έξι εβδομάδες, όπως δοκίμασαν με επιτυχία άλλες χώρες) έτσι ώστε να μεγιστοποιήσει τον αριθμό των εμβολιασμένων. Σημειώνεται ότι από τις 110.000 χιλιάδες καθημερινούς εμβολιασμούς, σχεδόν οι μισοί αφορούν τη δεύτερη δόση. Δηλαδή περίπου 60.000 πολίτες κάθε ημέρα πρωτοεμβολιάζονται – που σημαίνει 1.800.000 σε ένα μήνα. Αν όμως από τις 110.000 εμβολιασμούς οι περισσότεροι, π.χ. 100.000, ήσαν μόνο με πρώτη δόση, τότε στον επόμενο μήνα περίπου 3.000.000 πολίτες θα είχαν εμβολιαστεί, αυξάνοντας κατακόρυφα το τείχος ανοσίας ολόκληρης της χώρας. Γιατί είναι άλλο στα μέσα Ιουνίου να έχουν εμβολιαστεί 4,8 εκατομμύρια Ελληνες κι άλλο 6 εκατομμύρια. Ετσι δεν είναι;

Επιπλέον, παρά τις διαβεβαιώσεις που δίνουν οι Αρχές, το μεγαλύτερο πρόβλημα της εμβολιαστικής εκστρατείας παραμένουν οι ηλικιωμένοι άνω των 60 ετών, πολλοί από τους οποίους εξακολουθούν να διστάζουν να εμβολιαστούν. Παρουσιάζουν πολύ μικρότερα ποσοστά εμβολιασμού (περίπου 65%) σε σχέση με άλλες χώρες (όπως Δανία, Ιρλανδία, Βρετανία, Φινλανδία, Ισλανδία κ.λπ.), όπου το ποσοστό των ηλικιωμένων εμβολιασμένων ξεπερνάει ακόμη και το 90%. Μιλάμε δηλαδή για περίπου 1.000.000 Ελληνες οι οποίοι, παρά τον συνεχή βομβαρδισμό από τα μέσα ενημέρωσης, παραμένουν ανεμβολίαστοι ενώ γνωρίζουν πολύ καλά ότι εάν κολλήσουν τον ιό, έχουν μεγάλη πιθανότητα να μπουν σε πολύ σοβαρές περιπέτειες υγείας. Γι’ αυτό, οι εμβολιαστικές αρχές και το υπουργείο Υγείας θα πρέπει –εδώ και τώρα– να προχωρήσουν σε μια ευρεία επικοινωνιακή καμπάνια χρησιμοποιώντας στα διαφημιστικά τους σποτάκια ηλικιωμένους σταρ της ελληνικής κοινωνίας, που θα περάσουν ευκολότερα το μήνυμα του απαραίτητου εμβολιασμού. 

Είναι βέβαιο π.χ. ότι ένα διαφημιστικό σποτ με το αντίστοιχο σύνθημα του πολύ επιτυχημένου «Γουστάρεις; Μπουτάρης», το οποίο θα προβάλλει τον 79χρονο σήμερα τέως δήμαρχο Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη να εμβολιάζεται, θα ήταν ιδιαιτέρως πειστικό και θα έδειχνε τον δρόμο του εμβολιαστικού κέντρου και στους πιο άπιστους Θωμάδες της τρίτης ηλικίας. Αμ’ έπος αμ’ έργον, κύριε Θεμιστοκλέους.