ΑΠΟΨΕΙΣ

Και τώρα στα βαθιά

Είναι φανερό, άλλωστε αυτή είναι και η κοινή αίσθηση, πως η λήξη του υγειονομικού συναγερμού πλησιάζει και η κυβέρνηση θα κληθεί να επιλέξει τον δρόμο που θα ακολουθήσει. Αυτόν της τρέχουσας διαχείρισης, που θα είναι πολιτικά «αναίμακτος», ή αυτόν των μεταρρυθμίσεων και των τομών, που θα συνοδευτεί από συγκρούσεις και πιθανόν να έχει πολιτικό κόστος. 

Το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης της πατρίδας μας έχει φθάσει στα όριά του. Αν θέλουμε όντως να πλησιάσουμε τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους σε όλους τους οικονομικούς δείκτες, θα πρέπει να το υπερβούμε. Το εγχείρημα αυτής της υπέρβασης δεν είναι τεχνοκρατικό, είναι καθαρά πολιτικό. Απαιτεί πρωτίστως διάγνωση του προβλήματος, που είναι μια κατεξοχήν πολιτική διαδικασία, και στη συνέχεια απαιτείται η πολιτική απόφαση για την αναδόμηση του υπάρχοντος μοντέλου. Οι τομείς στους οποίους ήδη επιχειρεί η κυβέρνηση είναι αυτοί της αγοράς εργασίας και της παιδείας. Ενώ μέχρι στιγμής παραμένει εκτός της μεταρρυθμιστικής ατζέντας αυτός της Δικαιοσύνης, που είναι και ο μεγάλος ασθενής της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι γεγονός πως η αντιμετώπιση της πανδημίας στέρησε από την κυβέρνηση τον κρίσιμο πολιτικό χρόνο μετά τις εκλογές, τότε που η λαϊκή εντολή ήταν νωπή και μπορούσε να περάσει τις θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις με το ελάχιστο πολιτικό κόστος. Σήμερα, δύο χρόνια μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση μπορεί να υφίσταται μια διαχειρίσιμη φθορά, όμως είναι άγνωστο τι θα βρει μπροστά της το φθινόπωρο όταν θα δοκιμαστούν στην πράξη οι τομές στην παιδεία και στην εργασία, στα πανεπιστήμια, στους δρόμους και στις πλατείες. Αν ο στρατηγικός προσανατολισμός του πρωθυπουργού είναι η εξάντληση της τετραετίας, έχει την πολυτέλεια να δώσει τώρα τις μεταρρυθμιστικές μάχες του με τις λελογισμένες απώλειες, ώστε το πρώτο εξάμηνο του 2023 να αρχίσει να εισπράττει τους καρπούς της πολιτικής του. Αν όμως σκέφτεται να διεξαγάγει διπλές εκλογές το φθινόπωρο, τότε είναι λογικό να μεταθέσει την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων για το 2022, με ανανεωμένη τη λαϊκή εντολή και με την αξιωματική αντιπολίτευση βυθισμένη στην εσωκομματική περιδίνηση.

Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μια κυβέρνηση είναι η υπαναχώρηση από εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις λόγω του πολιτικού κόστους ή ένας συμβιβασμός που νοθεύει τον πυρήνα τους. Σε αυτήν την περίπτωση είναι καλύτερη μια κυβέρνηση «εισερχομένων – εξερχομένων».