ΑΠΟΨΕΙΣ

Μία σκληρή απόφαση

Δεν ξέρω αν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά πριν από μερικές εβδομάδες ο λαός μας πήρε μια απόφαση. Για να είμαι σαφής: δεν εννοώ την κυβέρνηση. Δεν πήρε την απόφαση η κυβέρνηση. Ούτε από μόνοι τους θεσμικοί ή άλλοι φορείς. Την πήραμε ο λαός, όλοι μαζί, από τα κάτω και από τα πάνω ταυτόχρονα, σιωπηρά, μα με ανομολόγητη σύμπνοια. Ποτέ δεν αποφασίζουμε ομόφωνα εμείς – αυτό όμως το κάναμε μαζί. Ολοι. Ποιο πράγμα; 

Αποφασίσαμε να κάνουμε ότι η πανδημία τελείωσε. Οχι να τη «σταματήσουμε», καθότι ο κορωνοϊός δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις απόψεις και τις αποφάσεις των ξενιστών του. Δεν τελείωσε η πανδημία. Αλλά αποφασίσαμε όλοι μαζί να κάνουμε ότι η πανδημία σχεδόν τελείωσε. Στις αρχές του μήνα αποφασίσαμε να «ανοίξουμε». Τα περιοριστικά μέτρα προστασίας που τηρούσαμε για μήνες, σταδιακά να τα καταργήσουμε. Ολοι το αποδεχθήκαμε αυτό. Βεβαίως, αυτός ήταν ο στόχος αυτών των μέτρων εξαρχής: να καταργηθούν κάποια στιγμή. Και, εξάλλου, αρχίσαμε να εμβολιάζουμε πολύ περισσότερους, πιο γρήγορα. Αλλά στις αρχές του Μαΐου δεν είχαμε εμβολιάσει ακόμη και πάρα πολλούς. Και, κυρίως, για διάφορους και συγκεκριμένους λόγους, τα μέτρα δεν είχαν κάνει τη δουλειά που υποτίθεται ότι πρέπει να έχουν κάνει πριν αποσυρθούν. Τα κρούσματα, οι νοσηλευόμενοι και οι νεκροί βρίσκονταν ακόμη στα ύψη. 

Και σε άλλες χώρες άρχισαν να αποσύρουν μέτρα σταδιακά πριν φτάσουν στη σχετική ανοσία, που επιτυγχάνεται όταν εμβολιαστεί το 60%-70% του πληθυσμού. Στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο άρχισαν να ανοίγουν σιγά σιγά από το 30%-35%. Στο Ισραήλ άρχισαν όταν έπιασαν το 40% (και δεν τα άνοιξαν όλα – ο τουρισμός θα ανοίξει τον Ιούλιο). Εμείς αρχίσαμε να ανοίγουμε πριν καν πιάσουμε το 10%, και ανοίξαμε και τον τουρισμό πριν φθάσουμε το 15%. 

Δεν μπορώ να κρίνω εδώ αυτή την απόφαση, αν ήταν καλή ή κακή. Αντιλαμβάνομαι τα επιχειρήματα που λένε ότι ήταν απαραίτητη, δικαιολογημένη. Είναι σοβαρά επιχειρήματα. Αλλά ήταν μια απόφαση. Και μάλιστα λίγο-πολύ ομόφωνη από την κοινωνία μας. Και με καλά κατανοητές και αναμενόμενες συνέπειες. Φυσικά, με τους εμβολιασμούς να καλπάζουν (σχεδόν 100.000 δόσεις μπαίνουν σε σώματα Ελλήνων κάθε μέρα πια) ήταν προφανές πως σιγά σιγά, ακόμη και με όλα ανοιχτά, τα νούμερα θα βελτιωθούν.

Κάποια στιγμή στο μέλλον. Ξέραμε, όμως, όταν ανοίξαμε, ότι αυτή η στιγμή βρισκόταν στο μέλλον. Τουλάχιστον δυο-τρεις μήνες στο μέλλον. Οχι ακόμη. Το ξέραμε όλοι; Οχι όλοι, ασφαλώς (θυμάμαι τον Ιανουάριο κάποιον υψηλά ιστάμενο να μου περιγράφει την απόλυτη πεποίθησή του ότι Μάρτιο – Απρίλιο θα έχουμε τελειώσει με τον κορωνοϊό), ωστόσο οι περισσότεροι το ξέραμε, το γνωρίζαμε, συνειδητά ή μη.

Οτι ανοίγοντας με χιλιάδες ημερήσια κρούσματα, εκατοντάδες ανθρώπους στις ΜΕΘ και δεκάδες νεκρούς την ημέρα, θα συνεχίζαμε αναπόφευκτα να έχουμε χιλιάδες ημερήσια κρούσματα, εκατοντάδες ανθρώπους στις ΜΕΘ και δεκάδες νεκρούς την ημέρα για αρκετό καιρό ακόμη. Και παρ’ όλα αυτά, το αποφασίσαμε και το κάναμε. Και τους έχουμε. Ενα μήνα μετά, δεκάδες άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα, χιλιάδες κολλάνε COVID κάθε μέρα και εκατοντάδες θα μείνουν να ζουν με τις μακροχρόνιες συνέπειες της long COVID, επειδή πήραμε τότε αυτή την απόφαση. 

Αυτό δεν έχουμε καθίσει να το συζητήσουμε, ούτε από κοντά ούτε από το zoom. Αυτή την απόφαση, εννοώ, και τις συνέπειές της, τις οποίες γνωρίζαμε εκ των προτέρων και τις οποίες αποδεχτήκαμε συλλογικά και σιωπηρά. Πιστεύω ότι πρέπει να το κουβεντιάσουμε αυτό το πράγμα, να αποδεχτούμε ότι συνέβη, όλοι οι συνυπεύθυνοι. Γι’ αυτό γράφω σήμερα αυτό εδώ το άρθρο. Επειδή προς το παρόν αποφεύγουμε να αναλογιστούμε τι σημαίνει, μάλλον επειδή είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι σημαίνει κάτι κακό. 

Και μάλλον θα συνεχίσουμε να το αποφεύγουμε για λίγο καιρό ακόμη, γιατί ξέρουμε ότι σε λίγο καιρό όντως θα έχει εμβολιαστεί αρκετό ποσοστό του πληθυσμού μας, ώστε τα νούμερα, επιτέλους, να αρχίσουν να μειώνονται πραγματικά και ραγδαία. Και όταν θα γίνει αυτό, μέσα στο γλυκό καλοκαιράκι, θα είναι πιο εύκολο να παραχώσουμε στις σκοτεινές γωνιές της λήθης τα νούμερα που, μέχρι τότε, κάθε μέρα, στις ημερήσιες ανακοινώσεις των αρμοδίων, μας θυμίζουν τις συνέπειες της απόφασής μας, εκείνης της σκληρής απόφασης που πήραμε όλοι μαζί στις αρχές του Μαΐου, όταν δεχτήκαμε από κοινού να κάνουμε ότι η πανδημία σχεδόν τελείωσε.