ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένας προϋπολογισμός με νέο όραμα για τις ΗΠΑ

Ο πρώτος προϋπολογισμός του Τζο Μπάιντεν αποκαλύπτει το μέγεθος της πολιτικής φιλοδοξίας του Αμερικανού προέδρου, αλλά και τη διάγνωσή του για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό της χώρας – και όχι μόνον. Για να τις αντιμετωπίσει, προτείνει την εκτόξευση των δημοσίων δαπανών κατά 35%.

«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει να διαδραματίσει τόσο μεγάλο ρόλο στην οικονομία από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», σχολίασε η Washington Post. Οπως αποτίμησαν οι New York Times, ο στόχος του προϋπολογισμού του Αμερικανού προέδρου δεν είναι η ανάπτυξη αλλά η αναδιανομή εισοδήματος – η οποία θα επιτρέψει σε περισσότερους Αμερικανούς να συμμετέχουν στην ευημερία, χάρη σε επενδύσεις στην εκπαίδευση, στις υποδομές και στις πρωτοβουλίες που σχετίζονται με το κλίμα. Συγκεκριμένα, προβλέπει προγράμματα ενός τρισ. δολαρίων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και αύξηση των ομοσπονδιακών δαπανών για την έρευνα και τεχνολογία κατά δύο τρισ.

Η προσοχή στρέφεται στις επιπτώσεις αυτών των δαπανών στα δημόσια οικονομικά, καθώς η χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων θα γίνει με ετήσια ελλείμματα 1,3 τρισ. δολαρίων μέχρι και την επόμενη δεκαετία. Αυτό όμως δεν φαίνεται να απασχολεί την κυβέρνηση της ισχυρότερης οικονομίας στον κόσμο. Ούτε ότι αυτές οι επενδύσεις δεν θα έχουν άμεση απόδοση, όπως είχαν οι μαζικές επιταγές που προκρίθηκαν ως μέσο εκτάκτου ανάγκης φέτος, οι οποίες ωστόσο δεν αντιμετωπίζουν τις μεγάλες ανισότητες ενός κράτους που εξακολουθεί να στερείται βασικών κοινωνικών πολιτικών όπως η δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση και προσχολική αγωγή, ή ακόμη και η άδεια μετ’ αποδοχών – προγράμματα που εισάγει ο πρόεδρος Μπάιντεν. 

Η αναδιανομή, πάντως, υπονοεί επίσης μεγαλύτερο φορολογικό βάρος για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους Αμερικανούς, κατά 3,6 τρισ. δολάρια. Ιδίως τα φορολογικά έσοδα από τις επιχειρήσεις αναμένεται να διπλασιαστούν έως το 2025. Κι ενώ οι Ρεπουμπλικανοί προειδοποιούν πως αυτό θα εμποδίσει τις αμερικανικές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν διεθνώς, η απάντηση της κυβέρνησης είναι ότι οι επενδύσεις σε υποδομές, έρευνα και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών θα επιτρέψουν στις αμερικανικές εταιρείες να ανταγωνιστούν πιο αποτελεσματικά τις εταιρείες της Κίνας σε τομείς υψηλής τεχνολογίας. (Παράλληλα, βέβαια, προωθεί και έναν ελάχιστο φόρο για τις επιχειρήσεις διεθνώς, ώστε να περιορίσει τη μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους ως προς το κόστος.)

Αυτό που ικανοποίησε, όμως, την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος είναι οι υψηλότερες δαπάνες για κοινωνικά προγράμματα, οι οποίες επιβεβαιώνουν «την αξία που δίνουν οι Δημοκρατικοί στους Αμερικανούς εργαζομένους και στις οικογένειες της μεσαίας τάξης», όπως το έθεσε η επικεφαλής της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόσι. Στο τέλος της ημέρας, εξάλλου, τον λόγο έχει το Κογκρέσο, που θα κληθεί να μετατρέψει τον προϋπολογισμό σε νόμο. Οσο και αν προσπαθήσει να βρει μέση οδό με τους Ρεπουμπλικανούς, ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει την καλύτερη ευκαιρία της προεδρίας του, ελέγχοντας και τα δύο νομοθετικά σώματα, να δώσει το στίγμα του οράματός του για την Αμερική. Παρά τις αδυναμίες του, και προτού βεβαίως δοκιμασθεί στην πράξη, αυτός ο προϋπολογισμός κάνει ακριβώς αυτό.