ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αθόρυβη μεταρρύθμιση στα «κόκκινα» δάνεια

Μια σημαντική για την πραγματική οικονομία ρύθμιση δρομολογήθηκε, χωρίς ακόμα να έχουν κατανοηθεί οι επιπτώσεις της. Σχεδόν για διάστημα δύο μηνών, έως το τέλος Ιουλίου οι οφειλέτες έχουν την ευκαιρία να ρυθμίσουν με ευνοϊκό τρόπο τα χρέη τους. Δεν είναι τυχαίο ότι περίπου 42.000 επιχειρήσεις και επαγγελματίες έσπευσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα που προσφέρει σημαντική ανακούφιση από τα συσσωρευμένα βάρη με συνεισφορά του Δημοσίου.

Και χωρίς την καταστροφή της υγειονομικής κρίσης, η ελληνική οικονομία χρειάζονταν, ανάλογη ρύθμιση αλλά όπως δήλωσε στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, οι ρυθμίσεις είναι «ιδιαίτερα ωφέλιμες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από την πανδημία του κορωνοϊού». Ωστόσο, πρόκειται για μέτρο πολύ πιο σημαντικό από μια απλή ρύθμιση χρεών. Δημιουργούνται νέα δεδομένα στις σχέσεις των τραπεζών με τους πελάτες τους και τώρα που ανοίγει το θέμα αυτό δεν μπορεί να έχει συνέχεια.

Οι τράπεζες υποχρεούνται πλέον να κάνουν ρυθμίσεις που απέφευγαν, στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που εντάσσονται στο πρόγραμμα. Πρέπει να παρέχουν μείωση του επιτοκίου ρύθμισης, κατά τουλάχιστον 10%, συγκριτικά με το επιτόκιο που ίσχυε πριν από την αναδιάρθρωση του δανείου, για διάστημα οκτώ μηνών, όσο διαρκεί η επιδότηση.

Επιπλέον, όμως, παρέχουν μία ή περισσότερες από τις δυνατότητες όπως η μείωση του επιτοκίου ρύθμισης, για όλη τη διάρκεια της αποπληρωμής, ή/και διαγραφή μέρους των τόκων υπερημερίας και εξωλογιστικών τόκων, επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής ή ακόμα και διαγραφή ποσοστού κεφαλαίου. Η τελευταία δυνατότητα βέβαια παρέχεται εφόσον πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια, όπως ότι το χρέος είναι μεγαλύτερο της εμπορικής αξίας της περιουσίας του οφειλέτη, των συνοφειλετών και εγγυητών και τα πρόσωπα αυτά διαπιστώνεται ότι δεν έχουν περίσσευμα εσόδων.

Περιορίζεται ένα φαινόμενο να εμφανίζονται χρέη που δεν υπάρχει περίπτωση να εισπραχθούν. Επιπλέον οι τράπεζες υποχρεώνονται να μην αυξήσουν τη δόση του δανείου μετά τη λήξη της επιδότησης και μέχρι την οριστική αποπληρωμή του δανείου.

Η καινοτομία της ρύθμισης είναι ότι η συνεισφορά του Δημοσίου ενεργοποιείται εφόσον στην περίπτωση μη εξυπηρετούμενου δανείου η τράπεζα προχωράει στην αναδιάρθρωση της οφειλής, έπειτα από συμφωνία με τον οφειλέτη. Το Δημόσιο ουσιαστικά ενισχύει την προσπάθεια να βρεθεί λύση για ένα δάνειο που έχει προβλήματα και η εκκρεμότητα βλάπτει τόσο την τράπεζα που περιμένει μάταια να εισπράξει όσο και τον οφειλέτη που έχει παγιδευτεί στο χρέος.

Η τράπεζα υποχρεούται να καλέσει τον οφειλέτη προκειμένου να συμφωνήσουν μία αμοιβαία αποδεκτή και βιώσιμη αναδιάρθρωση, η οποία πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη. Αν καταλήξουν σε συμφωνία, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η συνεισφορά του Δημοσίου, η τράπεζα πρέπει να εξασφαλίσει την μείωση του επιτοκίου κατά τουλάχιστον 10% επί του προβλεπόμενου πριν από την αναδιάρθρωση.

Είναι μια ώριμη μεταρρύθμιση· έπρεπε να ζήσουμε μια πανδημία για να τολμήσει κάποια κυβέρνηση να την υλοποιήσει. Δεν είναι η μόνη. Κάποιες είναι γνωστές και αναμενόμενες, άλλες φαίνεται να είναι μακριά. Το σίγουρο είναι ότι οι αλλαγές που έρχονται θα είναι σημαντικές είτε δρομολογήθηκαν εξαιτίας της πανδημίας είτε ωρίμασαν αθόρυβα τα χρόνια που πέρασαν και θεωρούνται αυτονόητες.

Στην κατηγορία των ώριμων μεταρρυθμίσεων εντάσσεται η αντίδραση των επιβατών που αποδοκίμασαν την παρεμπόδιση του απόπλου πλοίου από το λιμάνι από κάποιους που θεωρούν ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι επιλογές κομματικών συνδικάτων κι όχι οι αντίθετες αποφάσεις δικαστηρίων. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση.