ΑΠΟΨΕΙΣ

Διακομματική επιτροπή για το οργανωμένο έγκλημα;

Ισως εκ πρώτης όψεως η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα να φαίνεται υπόθεση που δεν ενδιαφέρει τον μέσο Ελληνα, καθώς δεν παρέχει την εντύπωση ότι «αγγίζει» την καθημερινότητά του. Μπορεί, δηλαδή, να σκεφθεί κανείς ότι οι «νονοί της νύχτας» είναι κάτι μακριά από τα ενδιαφέροντά του, χωρίς άμεσο αντίκτυπο στη ζωή του.

Ωστόσο, αυτό θα μπορούσε έως ένα βαθμό να ισχύει πριν από 20-30 χρόνια, όταν στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος ήταν η παροχή «προστασίας» σε καταστήματα, η διακίνηση όπλων, ναρκωτικών και μεταναστών, τα «συμβόλαια θανάτου», η εμπορία και σεξουαλική εκμετάλλευση ανθρώπων, κ.τ.ό.

Ηδη όμως το οργανωμένο έγκλημα έχει υποστεί έκτοτε μια σημαντική ποιοτική μετάλλαξη. Εχει δηλαδή διεισδύσει στην επιχειρηματική ζωή και συμμετέχει σε αυτήν με νομότυπες ή ημιπαράνομες επιχειρήσεις «βιτρίνα» (π.χ. εισαγωγή και εμπορία πετρελαίου, τσιγάρων, καφέ), μέσω των οποίων επενδύονται ή και «ξεπλένονται» τα κέρδη από τις σκοτεινές δραστηριότητες.

Τούτο βέβαια δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, όπως συνέβη και με την ιταλική μαφία, η οποία συν τω χρόνω απέκτησε ένα καθαρά επιχειρηματικό προσωπείο. Την εξέλιξη αυτή διευκολύνουν άλλωστε, εάν όχι προκαθορίζουν, και όλα εκείνα τα μέσα που βρίσκονται στο οπλοστάσιο μιας εγκληματικής οργάνωσης: άφθονο χρήμα, διασυνδέσεις με κρατικές υπηρεσίες μέσω διαφθοράς, απόλυτος προγραμματισμός και άριστη οργανωτική δομή, καθώς και υψηλού επιπέδου επιστημονικό προσωπικό, όπως νομικοί και φοροτεχνικοί σύμβουλοι.
Τίποτε, λοιπόν, δεν εμποδίζει τη συνεχή επέκταση των νομότυπων αυτών δραστηριοτήτων μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πιθανόν, μάλιστα, σε σύντομο διάστημα να βιώσουμε και μια τρίτη μετάλλαξη του οργανωμένου εγκλήματος στη χώρα μας, τη δημιουργία, δηλαδή, ενός «κράτους εν κράτει» που θα χρηματοδοτεί προεκλογικές εκστρατείες και θα διεισδύει βαθιά μέσα στα κέντρα εξουσίας, επηρεάζοντας ή και κλονίζοντας τις δημοκρατικές δομές της κοινωνίας μας.

Επομένως, το οργανωμένο έγκλημα με αυτές τις νέες μορφές του δεν είναι πλέον κάτι απόμακρο. Αντίθετα, είναι «ante portas» ή ακόμη και, «ανεπαισθήτως», εντός των τειχών της πολιτείας.

Πώς όμως μπορεί να αντιμετωπισθεί;

Οι ιδέες που θα διατυπώνονταν για μια τέτοια αντιμετώπιση είναι δυνατόν να καταλάμβαναν πολλές σελίδες ενός ειδικού αφιερώματος. Θα μπορούσαν έτσι να επισημανθούν οργανωτικά ζητήματα, όπως η δημιουργία ενός ενιαίου συντονιστικού φορέα που θα έχει επικεφαλής έναν εισαγγελέα για το οργανωμένο έγκλημα και έναν αστυνομικό διευθυντή με αντίστοιχο αντικείμενο, σε πλήρη συνεργασία μεταξύ τους και με άλλους αρμόδιους φορείς, όπως η ΑΑΔΕ, το ΣΔΟΕ και η αρχή καταπολέμησης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επίσης, οι ιδέες αυτές θα μπορούσαν να αφορούν το νομοθετικό πλαίσιο και δη τόσο από την άποψη μιας αυστηροποίησης ορισμένων αδικημάτων, όπως η διαφθορά, όσο όμως και από την άποψη μιας παροχής ευνοϊκότερων κινήτρων συνεργασίας με τις Αρχές για «ανανήψαντα» μέλη τέτοιων οργανώσεων, καθώς το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο (άρ. 187Γ ΠΚ, 47 και 218 ΚΠΔ) δεν φαίνεται να έχει αποδώσει καρπούς έως σήμερα.

Κυρίως όμως θα άξιζε, πιστεύω, να συσταθεί άμεσα μια διακομματική επιτροπή της Βουλής με αντικείμενο το οργανωμένο έγκλημα, έτσι ώστε να γίνει μια εις βάθος έρευνα του φαινομένου ως προς τα ελληνικά δεδομένα, με ακροάσεις αρμοδίων παραγόντων και σύνταξη σχετικού πορίσματος, όπου θα περιέχονται συγκεκριμένες υλοποιήσιμες προτάσεις. Αιχμή του δόρατος, σε μια τέτοια αντιμετώπιση, είναι το δίπολο: ιχνηλάτηση των κερδών από τις έκνομες ή και νομότυπες δραστηριότητες, καθώς και ιχνηλάτηση των διασυνδέσεων λόγω διαφθοράς. Εάν εντοπισθούν και πληγούν οι δύο αυτοί «πνεύμονες οξυγόνου» του οργανωμένου εγκλήματος, τα αποτελέσματα θα φανούν άμεσα.

Ανεξαρτήτως όμως των αποτελεσμάτων αυτών, η σύσταση μιας τέτοιας διακομματικής επιτροπής θα εκπέμψει προς την κοινωνία ένα πολύ βασικό μήνυμα: Οτι το οργανωμένο έγκλημα παύει να είναι αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης και ότι εφεξής οι κακοποιοί αυτοί θα βρίσκουν σύσσωμη την κοινωνία απέναντί τους.

* Ο κ. Νέστωρ Ε. Κουράκης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.