ΑΠΟΨΕΙΣ

Το άγχος της επιστροφής

Οχι, η ζωή δεν είναι όπως πριν, τουλάχιστον όχι ακόμη. Μολονότι ορισμένοι συμπεριφέρονται λες και ο SARS-CoV-2 δεν είναι πια εδώ, λες και άνθρωποι δεν νοσούν και δεν πεθαίνουν από τον ιό –ούτε μάσκες, ούτε αποστάσεις, ούτε εμβόλιο–, υπάρχουν και οι φρόνιμοι που αισθάνονται βαριά τα ίχνη του υπερκινητικού πλήθους πάνω τους μετά την έξοδο από το σπήλαιο της αυτοπροστασίας. Διότι η πόρτα του κλουβιού έχει ανοίξει για τα καλά, οι δρόμοι είναι μποτιλιαρισμένοι, οι πλατείες είναι γεμάτες, οι προσκλήσεις πέφτουν βροχή για ψώνια ή μπάνιο παρέα, για καφέ στο κέντρο, για μπάρμπεκιου στη βεράντα, για φαγητό εκτός…  

Και προσέχουν. Το κράτημα εκδηλώνεται στην ένδεια των υποσχέσεων, στη φωνή που συνορεύει με τη σιωπή, αλλά και στη σύγχυση, δεν ξέρουν αν πρέπει να αγκαλιάσουν τους φίλους, να αφαιρέσουν τη μάσκα σε εξωτερικούς χώρους, να καβγαδίσουν με τον επόμενο στην ουρά που καταβροχθίζει τις αποστάσεις ή με τη διπλανή παρέα που δεν αφήνει μία θέση κενή ανάμεσά τους, στο πρώτο θερινό σινεμά. Νιώθουν ανασφαλείς μέσα στην κοσμοπλημμύρα των διαφορετικών φυλών ανοσοποίησης. 

Εχουν ξεχάσει πώς ήταν η έξοδος παλιά, καθυστερούν να ετοιμαστούν, βλέπουν αμήχανα το κουκούλι που κρατούσε ενωμένα τα μέλη του νοικοκυριού, να σκάει και η οικογένεια να δια-σκορπίζεται ξανά. Η κοινωνικοποίηση, η αδημονία για διά ζώσης κοινές συγκινήσεις, για ακράτητη καταστροφή των μυστηρίων του εγκλεισμού δεν είναι –και ορθώς– σε όλους ευθέως προσιτή, ένας εύκολος παράδεισος. Η μετάβαση στην κανονικότητα δεν έχει ακόμη ξεκλειδώσει ορισμένα εσωτερικά κελιά. Το πολυπόθητο «εμείς» διαπερνά δύσκολα τις πανδημικές μονώσεις της ψυχής. Οσο εξοντωτικός Γολγοθάς ήταν το ζην έξω από τα συνήθη πράττειν, τόσο άγχος γεννάει τώρα η επανεγκατάσταση στην καρδιά της κοινωνικής συγκατοίκησης.

Τα πρακτικά ερωτήματα μεταμορφώνονται σε υπαρξιακά. Ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες μου; Πού θέλω να ζήσω; Τι έχει και τι δεν έχει αξία; Πόσο εποικοδομητική είναι η παύση; Πού βρίσκεται το σημείο συμφιλίωσης ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, στο παρελθόν και στο παρόν, στο εγώ και στο εσύ; Ο κενός χρόνος έχει ήδη αλλάξει το βλέμμα πάνω στις διαστάσεις του κόσμου και συχνά νικάει η απροθυμία να εγκαταλείψουν τη γυάλα, να πετάξουν την πανοπλία προστασίας που έχτιζαν και ενίσχυαν επί ένα χρόνο και, πλέον, πριν δώσουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, πριν τοποθετηθούν απέναντι στο κατ’ αυτούς αληθές. Είναι από τις ανομολόγητες παρενέργειες της κρίσης. Που όμως θα αφήσει έστω ένα ανεπαίσθητο ίχνος. Και τραυματικό και επωφελές.