ΑΠΟΨΕΙΣ

Οργανωμένο έγκλημα: τι είναι, τι να κάνουμε;

Η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος χρειάζεται πρώτα μια νοητική υπέρβαση: η ιδέα της «μαφίας» τονίζει με ανακουφιστικό τρόπο τη διαφορά μεταξύ ενός υποκόσμου ριζικά διαφορετικού από την «κοινωνική επιφάνεια». Είναι όμως ανακριβής σε σχέση με τα γνωστά -από επιστημονική άποψη- χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος, και επίσης οδηγεί σε μια ατελέσφορη εμμονή για τον εντοπισμό του «εγκεφάλου», του «αρχηγού», του κεντρικού προσώπου, του οποίου η εξουδετέρωση θα εξαφάνιζε τάχα και το πρόβλημα.

Το οργανωμένο έγκλημα είναι αυτό το οποίο το οργανωμένο έγκλημα κάνει: σημασία έχει η δραστηριότητα και όχι οι δράστες. Ας το εννοήσουμε ως μια οικονομία, προσέγγιση η οποία αποτυπώνει το κεντρικό χαρακτηριστικό του, την επιδίωξη του κέρδους (όχι τη βία). Μπορεί πράγματι να υπάρχουν κάποιες μεγαλύτερες ομάδες με σταθερότερη δομή και διάρκεια, αλλά συνήθως πρόκειται για μια ευέλικτη, ευκαιριακή και ασταθή συνάντηση προσώπων σε δίκτυα. Πολλές φορές αυτά τα πρόσωπα αυτοσχεδιάζουν και ούτε κατ’ ανάγκην έχουν πλήρη αντίληψη των ορίων του «κυκλώματος».

Τα δίκτυα αυτά διαπερνούν τα σύνορα υποκόσμου και κοινωνικής επιφάνειας. Κάποιες φορές ο στόχος είναι απλώς η επιβίωση μιας νόμιμης επιχείρησης σε συνθήκες συνθλιπτικού ανταγωνισμού. Η επέκταση και η αυστηροποίηση του ποινικού δικαίου, και η αποφασιστικότερη κινητοποίηση και εντατικοποίηση των μηχανισμών της ποινικής καταστολής δεν είναι πανάκεια. Η χρήση του ποινικού δικαίου για την καταστολή ενός δικτύου αγγίζει το εύθραυστο ισοζύγιο ελευθεριών και απαγορεύσεων που είναι ανεκτό σε μια φιλελεύθερη κοινωνία. Δημιουργεί επίσης ερωτήματα σε σχέση με το νόημα μιας ποινικής απαγόρευσης και της επιβολής της. Το οργανωμένο έγκλημα αφορά αγαθά και υπηρεσίες, οι οποίες δεν είναι ξένες προς τις ταπεινές ανάγκες της καθημερινότητας: η περιβόητη ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ γιγάντωσε το οργανωμένο έγκλημα θέτοντας στην παρανομία μια απόλαυση από την οποία κανένας δεν ήταν τελικά διατεθειμένος να παραιτηθεί.

Η σύγχρονη τάση για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος είναι η αναζήτηση προσεγγίσεων πέρα ​​από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Το οργανωμένο έγκλημα δεν λειτουργεί σε κενό και συνεπώς το αφορούν και οι διάφορες διατάξεις της διοικητικής νομοθεσίας σε σχέση με τη νόμιμη δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, τα συστήματα αδειοδότησης, η φορολογική και γενικότερη διοικητική νομοθεσία και διαδικασία μπορεί να είναι εργαλεία περιορισμού των επιχειρηματικών ευκαιριών για το οργανωμένο έγκλημα, ιδίως σε τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, αν τα πρόσωπα που ζητούν άδεια λειτουργίας μιας επιχείρησης συσχετίζονται με προηγούμενη παράνομη δραστηριότητα, η αίτησή τους μπορεί να απορριφθεί. Η προσέγγιση αυτή ωστόσο προϋποθέτει στιβαρές δομές δημόσιας διοίκησης.

Μια άλλη δημοφιλής ιδέα είναι η λεγόμενη «περιστασιακή πρόληψη». Αν το έγκλημα βασίζεται σε έναν υπολογισμό κόστους – οφέλους από τη σκοπιά του δράστη, τότε μπορεί να περιοριστεί εάν μειωθεί το προσδοκώμενο όφελος ή αυξηθεί ο κίνδυνος της έκθεσης στις διωκτικές αρχές. Μια τέτοια προσέγγιση όμως απαιτεί διεξοδικότατη διερεύνηση των όρων της λειτουργίας της παράνομης αγοράς. Το οργανωμένο έγκλημα είναι ζωντανή οικονομική δραστηριότητα, η οποία συνήθως διεξάγεται παράλληλα ή σε στενή σύνδεση με τη νόμιμη οικονομική δραστηριότητα. Αν τα αντίμετρα ή τα αντικίνητρα δεν είναι επαρκώς στοχευμένα, θα επηρεάζουν αρνητικά και τη νόμιμη οικονομία. Για παράδειγμα, η αυστηροποίηση του ελέγχου των καθημερινών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών με σκοπό τον εντοπισμό του βρώμικου χρήματος αναπόφευκτα επηρεάζει τους ρυθμούς των νόμιμων συναλλαγών, όπως και οι εξονυχιστικοί έλεγχοι στις εμπορικές εισόδους της χώρας θα παρέλυαν τη ροή των νόμιμων εμπορευμάτων.
Το οργανωμένο έγκλημα μπορεί εξίσου να αποτελεί την απελπισμένη ή αδίστακτη λύση σε πραγματικά αδιέξοδα που δημιουργούν η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η έλλειψη ευκαιριών να πραγματωθούν οι επιθυμίες και φιλοδοξίες που επιβάλλει η κυρίαρχη κουλτούρα. Η εξίσωση του οργανωμένου εγκλήματος δεν επιδέχεται εύκολες λύσεις. Απαιτεί εντατική επιστημονική έρευνα και πολιτική ψυχραιμία.
 
* Οι κ. Γιώργος Απ. Αντωνόπουλος και Γιώργος Παπανικολάου είναι καθηγητές Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Teesside (Μεγάλη Βρετανία).