ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναρρίχησις επί κάλω, χαρά και περηφάνια

Θεαματικό, απαιτητικό, μαζί ταιριαστό στην ιδιοσυγκρασία μας αγώνισμα. Ενα καραβόσχοινο στηριγμένο σε ιστό ύψους 14 μέτρων, όπου ο αθλητής σκαρφαλώνει, όσο πιο γρήγορα, μόνο με τα χέρια. Αναρρίχησις επί κάλω, Αθήνα 1896, πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ο μοναδικός που κατέκτησε την κορυφή ήταν ο Νικόλαος  Ανδριακόπουλος, αίλουρος πιτσιρικάς από την Πάτρα. Το μέγα ευτυχές πλήθος στο Καλλιμάρμαρο αποθεώνει το χρυσό παιδί, έναν από τους πολλούς ολυμπιονίκες εκείνης της φουρνιάς που σκόρπισαν εθνική περηφάνια, μένοντας ωστόσο στη σκιά του αθάνατου νερουλά του Μαρουσιού. Ο Πιερ ντε Κουμπερτέν έγραψε για τον Σπύρο Λούη: «Ντυμένος με τη λαϊκή φουστανέλα, ξένος σε μεθόδους επιστημονικής προπονήσεως, προετοιμάστηκε με νηστεία και προσευχή, θρυλείται ότι πέρασε την τελευταία νύχτα (σημ.: πριν από τον Μαραθώνιο) μπροστά στις άγιες εικόνες».

Γιγάντιο ανάστημα, δωρικός, με αστείρευτη ψυχική δύναμη και κάτω άκρα ελατήρια, ο Κώστας Τσικλητήρας, κορυφαίος Ελληνας αθλητής του προηγούμενου αιώνα, έκανε κατ’ επανάληψιν περήφανους τους συγκαιρινούς του. Διέπρεψε σε δύο αγωνίσματα που επίσης (κακώς) εξοβελίστηκαν. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, 1908, ο Κώστας κέρδισε δύο αργυρά μετάλλια στο μήκος άνευ φοράς και στο ύψος άνευ φοράς. Στους Αγώνες της Στοκχόλμης, 1912, ο σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής πήρε το χρυσό στο άνευ φοράς μήκος (3,37 μ.!, φανταστείτε από τη μία άκρη ενός δωματίου στην άλλη) και το χάλκινο στο άνευ φοράς ύψος. Το πανελλήνιο τον υποδέχθηκε ως εθνικό ήρωα. Ο Τσικλητήρας, μη κάνοντας χρήση «προνομίων» σαν άλλους «κουραμπιέδες», όπως γράφτηκε τότε, έσπευσε να δηλώσει μαχητικό «παρών» με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Πέθανε ηττημένος από μηνιγγίτιδα, ετών 25.

Η Ελλάδα πανηγύρισε το επόμενο χρυσό μετάλλιο στίβου σε Ολυμπιακούς Αγώνες, 80(!) χρόνια αργότερα, όταν το 1992 στη Βαρκελώνη η Βούλα κόβοντας το νήμα στα 100 μ. εμπόδια ανέταξε αναπάντεχα την εθνική υπερηφάνεια, με το ιστορικό «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο». Η παρατεταμένη ανθοφορία του ελληνικού αθλητισμού ανέτειλε εκτυφλωτικά, με τα μετάλλια να έρχονται βροχηδόν σε ατομικά αγωνίσματα (δρόμου, άρσης βαρών, γυμναστικής, θαλάσσης κ.ά.), οι πρωταγωνιστές ανέβαιναν και σε βάθρο προτύπων για τα παιδιά, περιβεβλημένοι με άλω άλλης Ελλάδας, της υγιούς άμιλλας και της προσπάθειας, όπως επαναλάμβαναν πηχυαίοι τίτλοι, ενώ οι ολυμπιονίκες μας στελέχωναν τιμητικά τις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων. 

Οι τελευταίες λαμπρές εμφανίσεις του Στέφανου και της Μαρίας  επιβεβαίωσαν ηχηρά ότι η έπαρση της συλλογικής μας περηφάνιας, της πρόσκαιρης, τεχνητής, φυγής από τη λερναία ύδρα της μιζέριας, παραμένει συνάρτηση αθλητικών επιδόσεων. Εν προκειμένω: Η διείσδυση του τένις σε πλατιές λαϊκές μάζες –επένδυση στο μέλλον– είναι βέβαιο πως θα αμβλύνει αγωνιστικά την πάλη των τάξεων.