ΑΠΟΨΕΙΣ

Πού είσαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος

Η χώρα έχει να διαχειρισθεί μέσα στα επόμενα χρόνια έναν πακτωλό χρημάτων που θα προσεγγίσει τα 100 δισ. ευρώ (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ, ιδιωτική χρηματοδότηση). Τα χρήματα αυτά εάν χρησιμοποιηθούν σωστά έχουν τη δύναμη να μεταμορφώσουν την ελληνική κοινωνία. Να αλλάξουν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, να δώσουν ώθηση σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας και καθαρών μορφών ενέργειας, να δημιουργήσουν εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας και να αφήσουν ένα μακροχρόνιο αναπτυξιακό αποτύπωμα που θα δώσει νέες προοπτικές στην ελληνική κοινωνία.
Η κυβέρνηση διαμόρφωσε για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, που ήδη εγκρίθηκε από την Κομισιόν και προχωρεί. Δυστυχώς, σε αυτό το μεγάλο στοίχημα για το μέλλον της χώρας δείχνει να απέχει επιδεικτικά η αντιπολίτευση, η οποία έως τώρα αρκείται στην καταγγελία και στην ισοπεδωτική κριτική. Μια μικροκομματική συμπεριφορά, η οποία ουσιαστικά αφαιρεί δημιουργικές δυνάμεις και ιδέες από το σχέδιο ανάπτυξης της μελλοντικής Ελλάδας, ενώ καταδικάζει όλη την Κεντροαριστερά να μένει στο περιθώριο, να επιμένει σε ξεπερασμένα κλισέ ή να εστιάζει σε ζητήματα που είναι πλέον εκτός τόπου και χρόνου. 

Και καλά, για τον οπισθοδρομικό ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος συνεχίζει να χωρίζει την κοινωνία στα δύο και παραμένει αμετανόητος στο ίδιο αντιευρωπαϊκό αφήγημα του 2015, δεν περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό. Αλλά για το Κίνημα Αλλαγής –ένα κόμμα που κυβέρνησε για σχεδόν 20 χρόνια και άλλαξε το πρόσωπο της Ελλάδας– θα περίμενε κανείς μια πολύ σοβαρότερη προσέγγιση από το να δίνει μάχες οπισθοφυλακής σε θέματα που έχουν ξεπεραστεί.  
Χαρακτηριστική της αδυναμίας του Κινήματος Αλλαγής να αρθρώσει τον δικό του λόγο μακριά από την «όχι σε όλα» γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η στάση του στο εργασιακό νομοσχέδιο. Ενα νομοσχέδιο (νόμος του κράτους πλέον) που είναι εμφανές ότι προσπαθεί να βάλει κανόνες στη σημερινή ζούγκλα της αγοράς εργασίας και να συνδυάσει τη μεγαλύτερη ευελιξία για τις επιχειρήσεις με την προστασία των εργαζομένων. Βασικές του διατάξεις είναι η θεσμοθέτηση της ατομικής ψηφιακής κάρτας εργασίας και η δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας – δύο ρυθμίσεων που αναμφίβολα δίνουν πρόσθετα όπλα για να ελεγχθούν οι αυθαιρεσίες. 

Ανάλογη στάση κράτησε το Κίνημα Αλλαγής και απέναντι σε άλλες εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης. Για την Παιδεία, π.χ., τάχθηκε κατά της ανόδου της βάσης εισαγωγής στα πανεπιστήμια και της κατάργησης των σχολών-ρουσφετιών με ελάχιστους φοιτητές, ενώ, πάντα στην ισοπεδωτική γραμμή ΣΥΡΙΖΑ, είχε φτάσει να υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη «απέτυχε σε όλα» όσον αφορά τη διαχείριση της πανδημίας. Κι ας πλέκει το εγκώμιο της χώρας ο υπόλοιπος πλανήτης για την άψογη διαδικασία εμβολιασμού του πληθυσμού, κι ας θεωρεί ότι η Ελλάδα τα πήγε πολύ καλύτερα στην πανδημία ακόμα και από τις μεγάλες χώρες της Ευρώπης. Στο ίδιο πνεύμα, φιάσκο της Ευρώπης και ήττα της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού προσωπικά είχε χαρακτηρίσει η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ την απροθυμία της Ε.Ε. να αποφασίσει σκληρές κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Μπορεί η Ελλάδα να κέρδισε πόντους διεθνώς με τη σθεναρή, αλλά νηφάλια στάση της στο Αιγαίο και τη διπλωματική προσπάθεια να χτίσει συμμαχίες στην Ευρώπη και στη γύρω περιοχή, δεν καταφέρνει όμως να πείσει την κυρία Γεννηματά.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με την αμετροέπεια και τη συνεχή καταγγελτική στάση σε ό,τι (καλό ή κακό) κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι σαφές ότι το Κίνημα Αλλαγής αποξενώνει και απομακρύνει πολλούς κεντροαριστερούς ψηφοφόρους που ζητούν σοβαρότητα και στοιχειοθετημένες προτάσεις για τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Κάτι που καταγράφεται και σε όλες τις δημοσκοπήσεις, όπου το ΚΙΝΑΛ παραμένει κολλημένο στο 6% με 7%, ανίκανο να επαναπατρίσει ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που κάποτε πίστεψαν στον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα τον εγκαταλείπουν παραμένοντας πολιτικά άστεγοι.

Το πιο παράξενο είναι ότι πολλές από τις αποφάσεις που έχει πάρει αυτή η κυβέρνηση (στην εκπαίδευση, στην Αστυνομία, στην πανδημία, στα εξωτερικά, στην ψηφιακή αναβάθμιση του Δημοσίου) θα μπορούσε κάλλιστα να τις είχε πάρει μία από τις τελευταίες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ με υπουργούς τη Διαμαντοπούλου, τον Χρυσοχοΐδη, τον Ραγκούση, τον Παπακωνσταντίνου, τον Φλωρίδη κ.λπ. Ισως και την κυρία Γεννηματά.