ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι πανελίστες και περί «ξερολισμού»

Συνέβαινε και παλιότερα σε μικρότερη συχνότητα, συνήθως με αφορμή κάποιο έγκλημα που μονοπωλούσε για καιρό την τηλεοπτική ειδησεογραφία. Θεωρώ, όμως, ότι έχει εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά συμπτώματα της πανδημίας, από το οποίο ακόμη δεν έχουμε απαλλαγεί. Το παρατήρησα μόλις τέθηκαν σε ισχύ τα πρώτα περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις τον Μάρτιο του 2020. Πρωινές, κατά βάση, τηλεοπτικές εκπομπές φιλοξενούσαν πλέον στα παράθυρά τους καθημερινά έναν δικηγόρο, μία ψυχολόγο και κάποιον συνδικαλιστή της Αστυνομίας. Τα πρόσωπα μπορεί κάθε τόσο να άλλαζαν (αν και συχνά ανακυκλώνονταν τα ίδια), οι ιδιότητες όμως των καλεσμένων παρέμεναν σταθερές. Δεν βρίσκονταν εκεί για να τοποθετηθούν πάνω σε ένα ζήτημα στο οποίο είχαν έστω και έμμεσα κάποια επαγγελματική εμπλοκή οι ίδιοι, αλλά σχολίαζαν γενικά την επικαιρότητα. Τους καλούσαν ως «αυθεντίες», βάσει του επαγγελματικού τους τίτλου. Κουβέντα να γίνεται, να γεμίζει ο αδυσώπητος τηλεοπτικός χρόνος.

Στη δημοσιογραφία πάντοτε αναζητάμε τον λόγο κάποιου «ειδικού». Είναι σημαντικό να μιλούν άνθρωποι που έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, την κατάρτιση και το επιστημονικό υπόβαθρο για να δώσουν με τις παρατηρήσεις τους βάθος σε ένα ρεπορτάζ. Η επιλογή τους, όμως, δεν μπορεί να γίνεται στο πόδι. Αφενός το ζητούμενο είναι να έχουν οι ίδιοι κάποια σύνδεση με το θέμα και αφετέρου η θέση τους πρέπει να είναι συγκεκριμένη, δεν είναι οι παντογνώστες που θα κληθούν να κρίνουν και να σχολιάσουν το οτιδήποτε. Η σωστή επιλογή κάποιου «ειδικού» διασφαλίζει ότι θα φωτιστούν επαρκώς οι περισσότερες πτυχές ενός θέματος, ότι μια συζήτηση δεν θα ξεστρατίσει και θα επικεντρωθεί στα ουσιώδη. Σκοπός είναι ο κάθε «ειδικός» να εξηγήσει, να εισφέρει μια κρίσιμη πληροφορία, να βοηθήσει τον θεατή και τον αναγνώστη να κατανοήσει ένα ζήτημα, να μιλήσει συγκεκριμένα για κάτι που όντως γνωρίζει και να απέχει από αδιέξοδες θεωρητικές προσεγγίσεις.

Οσο διαιωνίζεται όμως το μοτίβο της πρόχειρης τηλεοπτικής σύνθεσης, τόσο θα απομακρυνόμαστε από την ουσία μιας είδησης και θα κυριαρχούν ως συνήθως οι εντυπώσεις. Θα παράγεται μόνο θόρυβος για τον θόρυβο. Και η ειδησεογραφία αντί να εμβαθύνει ή να διαφωτίζει θα συνεχίσει να τροφοδοτείται από την ηχώ της. Ψυχολόγοι θα επιχειρούν πρόχειρα τηλεοπτικά ψυχογραφήματα, συνδικαλιστές της Αστυνομίας και δικηγόροι θα αναλύουν υποθέσεις χωρίς άμεση γνώση της δικογραφίας. Η διαδικασία της ενημέρωσης θα θυμίζει κάτι από σπασμένο τηλέφωνο και έπειτα από μια σειρά επαναλαμβανόμενων τηλεοπτικών εμφανίσεων ίσως θα είναι δύσκολο να διακρίνεις πια το πρόσωπο από τον ρόλο.