ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενθύμιο φρίκης

Είχαμε να ζήσουμε κάτι ανάλογο από εκείνο το δύσκολο καλοκαίρι του 2015, όταν οι πάντες δεν μιλούσαν για τίποτε άλλο παρά για κάπιταλ κοντρόλ, δημοψηφίσματα και άτακτες χρεοκοπίες. 

Κάπως ανάλογα, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος κύλησε κάτω από τη μαύρη σκιά των Γλυκών Νερών. 

Τότε, βέβαια, το 2015, πολλοί τσακώνονταν, παρέες χωρίζονταν, φίλοι αποξενώνονταν. Τα Γλυκά Νερά δεν προσφέρονται για καβγάδες – εκτός, ίσως, από το ζήτημα της επαναφοράς της θανατικής ποινής ή τη χρήση ή μη του όρου «γυναικοκτονία».

Το βέβαιο είναι πως το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, μεταξύ, π.χ., των λουομένων δεν υπήρχε άλλο θέμα συζήτησης. Ακόμα και στα «πηγαδάκια» που σχηματίζονταν εντός της θάλασσας, η συζήτηση ήταν αυτή. Εν μέσω της γλυκύτητας του θαλασσινού νερού, ο νους παρέμενε κολλημένος στον ζόφο της Ανατολικής Αττικής. 

Οι παλαιοί δημοσιογράφοι απορούν. Θυμούνται την τραγική περίπτωση της Ζωής Φραντζή, αλλά και άλλες περιπτώσεις ανάλογων φονικών, και αναρωτιούνται γιατί τόση εμμονή τώρα. «Εχουν γίνει και χειρότερα», επιμένουν.

Δεν ξέρω αν πρέπει να μπούμε σε ένα μακάβριο, άτυπο «πρωτάθλημα» φρίκης – μάλλον ξέρω: δεν χρειάζεται. Κάθε νέα υπόθεση φόνου οικογενειακού, φόνου που όπως όλα δείχνουν ήταν προσχεδιασμένος, προμελετημένος (αν και το σχέδιο ήταν διάτρητο), συνιστά από μόνη της ένα νέο ενθύμιο φρίκης για όλη την κοινωνία. 

Οι παλαιοί ρεπόρτερ τονίζουν πως το θέμα διογκώθηκε εξαιτίας των κοινωνικών δικτύων, προσθέτοντας πως είναι «κατάντια της τηλεόρασης» σε ένα ενημερωτικό δελτίο διάρκειας πενήντα λεπτών, τα σαράντα να είναι αφιερωμένα στα Γλυκά Νερά. 

Σε αυτό δεν μπορώ να διαφωνήσω. Φωτογραφίες και προσωπικές αναφορές που κάποτε θα διέρρεαν από την αστυνομία, τώρα πια, με μια ταχεία «επίσκεψη» σε ψηφιακούς «τοίχους», βγαίνουν στην επιφάνεια πανεύκολα (μολονότι υπήρξε και εδώ διαρροή του προσωπικού ημερολογίου της άτυχης Καρολάιν). 

Από ένα ποστάρισμα εκείνου ή εκείνης, μια γαμήλια φωτογραφία ή κάτι παρεμφερές, τηλεοπτικοί ψυχολόγοι και ντετέκτιβ προβαίνουν σε μεγαλόπνοα συμπεράσματα. Και το κοινό, εμείς όλοι, νιώθουμε πως έχουμε πρόσβαση σε μια κλειδαρότρυπα – το απόλυτο «φιξάκι». 

Η αλήθεια είναι ότι σαράντα μέρες τώρα, περιμένοντας την αστυνομία να συλλάβει τον ένοχο, πολλοί ήδη επέμεναν ότι ήταν ο πιλότος. Οι ντετέκτιβ του Νέτφλιξ δικαιώθηκαν αυτή τη φορά. Ισως σε αυτή την αναμονή, που έγινε από μόνη της μια αφήγηση με έντονο μάλιστα σασπένς, να οφείλεται η συλλογική εμμονή με τα Γλυκά Νερά. 

Το τρομερό είναι πως (και) τα Γλυκά Νερά θα ξεχαστούν. Αυτή είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Από την εμμονή στη λήθη. Από τη φλυαρία στη σιωπή. Ενα ακόμα ενθύμιο φρίκης στο σαλόνι μας κι ας υποκρινόμαστε πως δεν είναι εκεί.