ΑΠΟΨΕΙΣ

Ειδήσεις και ειδησάρια, άλλοτε και τώρα

Αν πιάσει κανείς στα χέρια του μια παλιά εφημερίδα, ίσως δυσκολευτεί να τη διαβάσει. Λίγες φωτογραφίες, πολλά πυκνά μονόστηλα. Και όταν λέω παλιά, εννοώ των μεταπολεμικών χρόνων, έως τη δικτατορία, όταν ακόμη ο Τύπος είχε την πρωτοκαθεδρία. Εκείνα τα χρόνια, τα ηρωικά του ελληνικού Τύπου, η είδηση προείχε του σχολιασμού. Κάθονταν οι θαμώνες στα καφενεία, στα ζαχαροπλαστεία, στα παγκάκια, στις πολυθρόνες του σπιτιού, σε πλατείες και σε γείσα παραθύρων και προέβαιναν στην άλλοτε προσφιλή και καθολική επιχείρηση «ξεκοκαλίσματος» της εφημερίδας. Το ξεκοκάλισμα προϋπέθετε καλή όραση, καθώς πολλές ειδήσεις ήταν ειδησάρια και τα στοιχεία μικρά, γι’ αυτό και αρκετοί πρεσβύωπες διακρίνονταν όχι μόνο για τα ματογυάλιά τους αλλά και για τον μεγεθυντικό φακό ανά χείρας.

Αυτές τις ημέρες, με μια ορισμένη δυσανεξία του κοινού για την υπερέκθεση στο φονικό των Γλυκών Νερών και την εμμονική, σχεδόν, προβολή κάθε σχετικής λεπτομέρειας, ορισμένοι μίλησαν για την ποιότητα της ειδησεογραφίας στην οποία εκτίθεται το ελληνικό κοινό. Κατά σύμπτωση, αυτές τις ημέρες διάβασα σε ένα διεθνές σάιτ το σχόλιο ενός συντάκτη με προφανώς τουρκικό όνομα, για την εμμονή των ελληνικών ειδήσεων με την Τουρκία και την υπερπροβολή του Ερντογάν. Ο μέσος θεατής ή αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει ένα μεγάλης διάρκειας τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων και να υποστεί την εκτενέστατη παρουσίαση δύο ή τριών θεμάτων. Τεράστιο μέρος της διεθνούς ή της εγχώριας ειδησεογραφίας απουσιάζει πλήρως.

Αυτή η σκηνοθεσία της ζωής είναι νόρμα και σύμβαση εδώ και δεκαετίες. Αλλά σαφώς το πλήγμα που έχει δεχθεί η δημοσιογραφία από τα κοινωνικά δίκτυα προκαλεί δύο τάσεις. Τη δημοσιογραφία ως αντανάκλαση του κοινωνικού θερμομέτρου και τη δημοσιογραφία που τείνει να γεννήσει τον νέο λόγο των ελίτ. Γεννώνται δύο συνισταμένες, της μάζας και της ελίτ, που και οι δύο, αν το δει κανείς από άλλη οπτική, αφήνουν εκτός τον μέσο πολίτη, που θέλει απλή, στέρεη και ψύχραιμη ενημέρωση, χωρίς κραυγές αλλά και χωρίς επίδειξη βαθυστόχαστου συλλογισμού. Οι εφημερίδες την «παλιά εποχή» δεν είχαν ούτε κοινωνικά δίκτυα ούτε καν τηλεόραση να τις ανταγωνιστούν. Γι’ αυτό και κρατούσαν τον αναγνώστη για ώρα πολλή, όχι τόσο για να διαβάσει έρευνες, απόψεις και συνεντεύξεις, όσο ειδήσεις και ειδησάρια, ανταποκρίσεις, επιστολές και ιστορίες σε συνέχειες. Οσο ελλιπής και ετεροβαρής και αν ήταν εκείνη η σχέση Τύπου και αναγνώστη, ήταν ωστόσο μια σχέση έντιμη και πολύτιμη από πολλές απόψεις. Οι μικρο-ειδήσεις, που πλέον πρέπει να τις αναζητήσεις με κόπο παντού, ήταν όλες εκεί, καθρέφτης μιας εποχής.