ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι μάσκες φεύγουν, η μετάλλαξη έρχεται

Χωρίς μάσκες, λοιπόν, από χθες. Τουλάχιστον σε εξωτερικούς χώρους και με τη σύσταση να τις χρησιμοποιούμε ακόμη κι εκεί, αν βρεθούμε σε συνωστισμό. Μια προσεκτική ματιά σε εικόνες των τελευταίων εβδομάδων δείχνει ότι η απόφαση αυτή είχε σχεδόν καταστεί μονόδρομος: πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν ήδη καταργήσει τη μάσκα, με δική τους επιλογή. Ακόμη περισσότεροι εκείνοι που τη φορούσαν στο σαγόνι ή την άφηναν να κρέμεται στο αυτί. Από τη στιγμή που –όπως είχε καταστεί σαφές– δεν υπήρχε πρόθεση αστυνόμευσης της εφαρμογής του μέτρου, το να συνεχίσει να υπάρχει «στα χαρτιά» φάνταζε οξύμωρο. Ισως στη γνώμη των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων να υπερίσχυσε και η άποψη πως όσοι εξακολουθούν να ανησυχούν, θα συνεχίσουν να φορούν μάσκα, παρά τη χαλάρωση του μέτρου. 

Οι ισορροπίες, όπως σε όλη τη συμπόρευσή μας με την πανδημία, παραμένουν εξαιρετικά ευαίσθητες. Η απόφαση για μη χρήση μάσκας στους εξωτερικούς χώρους δεν αποκλείεται να ενισχύσει σε μεγάλη μερίδα των πολιτών την αίσθηση ότι «ξεμπερδέψαμε με τον ιό», αίσθηση που είναι φανερό ότι δυναμώνει με την κάθε απόφαση για χαλάρωση των μέτρων, και από τα στοιχεία που δείχνουν σημαντική αποκλιμάκωση των αριθμών νέων κρουσμάτων, εισαγωγών στα νοσοκομεία, διασωληνώσεων, θυμάτων. Και ο εφησυχασμός είναι, τελικά, το μεγαλύτερο λάθος, όπως έχει αποδειχθεί σε προηγούμενες φάσεις της πανδημίας. Αυτό φάνηκε πέρυσι το καλοκαίρι, όταν αποδείχθηκε ότι ο καλός καιρός και η παραμονή σε ανοιχτούς χώρους από μόνα τους –παρά τις περί του αντιθέτου προσδοκίες– δεν ήταν επαρκή ως φραγμός απέναντι στη μετάδοση του ιού. Αυτό φάνηκε και στα τέλη Οκτωβρίου, οπότε άρχισε η επέλαση του δεύτερου κύματος της πανδημίας, που έπληξε δραματικά τη Βόρεια Ελλάδα, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. 

Η ανησυχία για το πώς θα εξελιχθεί η πανδημία παραμένει, ιδιαίτερα καθώς αποδεικνύεται ότι οι μεταλλάξεις του ιού ενισχύουν τη διασπορά του ακόμη και σε περιοχές και χώρες που θεωρητικά είχαν αναπτύξει πιο ισχυρό εμβολιαστικό τείχος σε σύγκριση με άλλες. Τα νέα από το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ σε σχέση με τη μετάδοση της μετάλλαξης «Δέλτα» δεν είναι ενθαρρυντικά, με την αύξηση κρουσμάτων τις τελευταίες ημέρες να προκαλεί ανησυχία και συζήτηση για επαναφορά περιοριστικών μέτρων. 

Την ίδια στιγμή, στη χώρα μας, η ανάσχεση του ρυθμού εμβολιασμών μόνο αισιοδοξία δεν προκαλεί. Οι εκτιμήσεις ότι θα μπορούσε μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου να έχουμε επιτύχει εμβολιαστική κάλυψη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70% του γενικού πληθυσμού, να έχουμε, δηλαδή, οικοδομήσει ισχυρό τείχος ανοσίας, δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν εάν παραμείνει ο ρυθμός εμβολιασμών αυτός που είναι σήμερα. Οι λοιμωξιολόγοι επαναλαμβάνουν ότι το τέταρτο κύμα της πανδημίας θα έρθει και θα αφορά πρωτίστως τους ανεμβολίαστους. Μέχρι στιγμής, η προειδοποίηση δεν δείχνει να πείθει. Η εύρεση της συνταγής που θα αντιστρέψει την εικόνα αυτή παραμένει το κεντρικό ζητούμενο για την αποφυγή μιας νέας (μεταλλαγμένης) περιπέτειας.