ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Σοβιετικός ήρωας που ήθελε να ξεχάσει

o-sovietikos-iroas-poy-ithele-na-xechasei-561412897

Πλήρης ημερών, στα 98 του, πέθανε στις 5 Ιουνίου στο Μόναχο, όπου ζούσε από το 1996, ο Νταβίντ Ντούσμαν. Ο «θρύλος της σοβιετικής ξιφασκίας» είχε τιμηθεί με αμέτρητα μετάλλια και παράσημα τόσο για τη συνεισφορά του στο άθλημα που αγάπησε και υπηρέτησε ως αθλητής και ως προπονητής, όσο και για τη συμμετοχή του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τις τάξεις του Κόκκινου Στρατού. Εμεινε στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που γκρέμισε τον φράχτη του Αουσβιτς – αν και δεν ήταν ο «τελευταίος επιζών απελευθερωτής» του στρατοπέδου, όπως γράφτηκε σε αρκετά ΜΜΕ. Βρίσκονται εν ζωή πεζοί που μπήκαν στο Αουσβιτς όταν τα τανκς γκρέμισαν τον φράχτη, μεταξύ αυτών ο Ιβάν Μαρτινούσκιν, συνομήλικος του Ντούσμαν.

Στη ζωή και στην καριέρα του Ντούσμαν δεν ήταν όλα ρόδινα, ακόμη και μετά τον πόλεμο και τα παράσημα επ’ ανδραγαθία. «Εζησα με δύο ανεξίτηλα στίγματα», δήλωσε αργότερα. «Ημουν Εβραίος και παιδί ενός “εχθρού του λαού”. Ο πατέρας μου ήταν παρασημοφορημένος ήρωας του εμφυλίου. Ηταν στρατιωτικός γιατρός και διευθυντής του τμήματος ιατρικής στο Ινστιτούτο Φυσικής. Το 1938» –τα χρόνια του Μεγάλου Τρόμου– «τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στη Βορκουτά. Για πολύ καιρό δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Πέθανε στο στρατόπεδο» –στα τέλη του 1949– «και είναι θαμμένος εκεί. Μετά τον θάνατο του Στάλιν αποκαταστάθηκε. Συνηθισμένη ιστορία για εκείνα τα χρόνια, δεν χρειάζεται να γυρνάμε πίσω σε αυτά».

Εθελοντής 

Ο Νταβίντ ήταν από μικρός αθλητικός τύπος. Ηθελε να γίνει κολυμβητής, αλλά πέφτοντας από μεγάλο ύψος έσπασε το αριστερό του χέρι. Εντέλει, τον κέρδισε η ξιφασκία. Η εισβολή των Γερμανών στην ΕΣΣΔ το καλοκαίρι του 1941 τον βρήκε πρωταθλητή Μόσχας. Από την ομοσπονδία θέλησαν να τον κρατήσουν στα μετόπισθεν, εκείνος όμως επέμεινε να πάει εθελοντικά στην πρώτη γραμμή, και το κατάφερε όχι μία αλλά τρεις φορές, ως οδηγός τεθωρακισμένου Τ-34. «Υποχωρήσαμε με βαριές απώλειες και βρεθήκαμε στην περιοχή του Σμολένσκ. Στη μάχη της Γιέλνιγια (ήταν η πρώτη μας αντεπίθεση, υπό τον στρατάρχη Ζούκοφ), το τανκ μας έπιασε φωτιά. Καθώς έβγαινα, μια νάρκη έσκασε ακριβώς δίπλα μας κι ένα θραύσμα με πέτυχε στην κοιλιά».

Υστερα από αρκετούς μήνες, ο Νταβίντ ξεπέρασε τον σοβαρό τραυματισμό του και επανήλθε στο μέτωπο, με το έντερό του μικρότερο κατά ένα μέτρο. Ελαβε μέρος στις δύο πρώτες μεγάλες στρατηγικές και συμβολικές νίκες των Σοβιετικών: στην περικύκλωση των Γερμανών πολιορκητών του Στάλινγκραντ και στη μάχη του Κουρσκ, ύστερα από την οποία η πρωτοβουλία στο ανατολικό μέτωπο πέρασε οριστικά στους Σοβιετικούς. Ο Ντούσμαν τραυματίστηκε σοβαρά για δεύτερη φορά, αλλά επέστρεψε στη μονάδα του εγκαίρως ώστε να συμμετάσχει στη μεγάλη προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Πολωνία.

Τον Ιανουάριο του 1945, το Πρώτο Λευκορωσικό Μέτωπο του Κόκκινου Στρατού προήλαυνε στην Πολωνία με κατεύθυνση το Βερολίνο. Στις 27 του μήνα, η μονάδα τεθωρακισμένων του Ντούσμαν έλαβε ξαφνικά εντολή να αλλάξει πορεία και να κατεδαφίσει τον φράχτη ενός γερμανικού στρατοπέδου κοντά στο χωριό Οσβιετσιμ, προκειμένου να μπορέσει να μπει μέσα το πεζικό. Επρόκειτο για το Αουσβιτς, όπως έγινε γνωστό (με το γερμανικό του όνομα) το στρατόπεδο όπου θανατώθηκαν 1.000.000 Εβραίοι και 100.000 Πολωνοί, Σοβιετικοί και Ρομά.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου “απελευθερωτή” του Αουσβιτς», δήλωσε πολλά χρόνια αργότερα ο Νταβίντ Ντούσμαν. «Στο στρατόπεδο μπήκαν οι στρατιώτες του Πρώτου Ουκρανικού Μετώπου» – συγκεκριμένα, οι άντρες του 322 Τάγματος Πεζικού. «Εμείς είχαμε ήδη περάσει τη Βαρσοβία όταν λάβαμε εντολή να γυρίσουμε πίσω. Ως τότε, ούτε πού ξέραμε την ύπαρξη αυτού του στρατοπέδου. Τα Ες Ες το είχαν σκάσει όταν φτάσαμε. Γκρεμίσαμε τον φράχτη με τα ηλεκτροφόρα σύρματα και είδαμε αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους με τις ριγέ στολές. Στέκονταν σκελετωμένοι ανάμεσα σε πτώματα και μας κοιτούσαν… Ηταν τρομερό. Τους δώσαμε ό,τι τρόφιμα και νερό είχαμε μαζί μας, τα πάντα, και μετά συνεχίσαμε την πορεία μας».

Λίγο αργότερα, ο Ντούσμαν τραυματίστηκε τρίτη φορά, από θραύσμα βλήματος που καρφώθηκε στον δεξιό του πνεύμονα. Τον χειρούργησε μια νοσοκόμα επιτόπου, στο πεδίο της μάχης: του αφαίρεσε μέρος του πνεύμονα και του έσωσε τη ζωή. Οι γιατροί τού είπαν να ξεχάσει την ξιφασκία. Εκείνος όχι μόνο δεν την ξέχασε, αλλά το 1951 στέφθηκε πρωταθλητής Σοβιετικής Ενωσης. Την επόμενη χρονιά (και μέχρι το 1988) ανέλαβε προπονητής της εθνικής ομάδας γυναικών, με την οποία κέρδισε πλήθος μεταλλίων, ιδίως στους Ολυμπιακούς του Μονάχου (1972), όπου είχε την ατυχία να ζήσει από κοντά την τρομοκρατική επίθεση εναντίον Ισραηλινών αθλητών.

Η φρίκη και η λήθη

Αν και το 2020 τιμήθηκε με το παράσημο Αλέξανδρος Νιέφσκι «για τη συνεισφορά του στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης» όσον αφορά την ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου, δεν του άρεσε να μιλάει για τον πόλεμο: «Προτιμώ να θυμάμαι τα σχολικά μου χρόνια παρά τον πόλεμο… Εκείνη την εποχή η οπτική μας γωνία ήταν εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Οι θηριωδίες των ναζί δεν περιορίζονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης: έκαιγαν ολόκληρα χωριά, κρεμούσαν ανθρώπους, αυτά τα βλέπαμε όλοι, γίνονταν πάρα πολλά φοβερά πράγματα. Ο πόλεμος είναι κάτι τρομακτικό, είναι ένας εφιάλτης· προφανώς γι’ αυτό δεν θέλω να τον θυμάμαι, να τον ξαναζώ. Εκείνα τα χρόνια, ο θάνατος ήταν κάτι πολύ απλό και καθημερινό. Με τα ίδια μου τα χέρια έθαψα καμιά δεκαπενταριά συντρόφους μου». 

Εξίσου απεχθής και επώδυνη του ήταν η ανάμνηση της προσωπικής τραγωδίας του πατέρα του στα χρόνια του σταλινικού ζόφου. Το 1945, αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ο Νταβίντ επισκέφθηκε τον πατέρα του στο στρατόπεδο: «Πιο συχνά βλέπω αυτή την επίσκεψη στον ύπνο μου παρά τον πόλεμο. Μόλις αντίκρισα τον μπαμπά μου, λιποθύμησα. Η Βορκουτά ήταν μια απέραντη έκταση στον αρκτικό κύκλο, μια ολόκληρη χώρα, αποκλειστικά με στρατόπεδα. Φοβερά πράγματα… Και ξέρετε κάτι; Για κάποιον που έχει δει σοβιετικό στρατόπεδο, το Αουσβιτς δεν είναι και τόσο τρομακτικό. Και ακριβώς αυτό είναι το πιο τρομακτικό απ’ όλα».

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.