ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Ελληνες ύστερα από 500 ημέρες πανδημίας

Όπου να ‘ναι συμπληρώνουμε 500 ημέρες από τη στιγμή που η πρώτη ελληνίδα διαγνώστηκε με Covid-19. Δεν είναι λίγο. Δεν είναι ένα συμβάν, κάτι που μας έτυχε κάποτε, μια απλή εμπειρία. Είναι μια φάση της ζωής μας, πια. Μια ολόκληρη εποχή, που θα τη θυμόμαστε όπως άλλες κομβικές περιόδους μιας ζωής, “τα φοιτητικά χρόνια”, για παράδειγμα, ή “την Kατοχή”. Το πώς το ζούμε αυτό το πράγμα, το τι μας συμβαίνει, τι συνέπειες βλέπουμε στις ζωές μας, στο σώμα μας, στην ψυχολογική μας κατάσταση, στις σχέσεις μας με τους άλλους, είναι ένα θέμα σοβαρό, πολύ κρίσιμο και ακόμα όχι καλά κατανοητό. Οι πολυάριθμες έρευνες κοινής γνώμης που έχουν γίνει ως τώρα (η διαΝΕΟσις έχει κάνει έξι) έχουν δώσει μια εικόνα για την έκταση των γενικών επιπτώσεων σε επίπεδο πληθυσμού, αλλά τις λεπτομέρειες, τις πιο ειδικές, “μικρές”, αόρατες συνέπειες δεν τις έχουμε χωνέψει ακόμη. Αυτές τις εκφάνσεις της κρίσης μπορεί κάποιος να τις διαπιστώσει μόνο αν καθίσει με άλλους και ακούσει τις προσωπικές τους ιστορίες.

Πριν από δυο εβδομάδες ζήτησα από τους 5.500 συνδρομητές που παραλαμβάνουν το newsletter που τους στέλνω κάθε Παρασκευή, να μου γράψουν ακριβώς αυτές τις προσωπικές τους ιστορίες, εντελώς ανώνυμα. Μου έστειλαν 113 ιστορίες μέσα σε τρεις ημέρες. Μπορείτε να διαβάσετε 50 από αυτές εδώ . Όλες μαζί δίνουν μια (όχι πλήρη, όχι αντιπροσωπευτική αλλά) συναρπαστική εικόνα για την ποικιλομορφία -και την δριμύτητα- των συνεπειών της πανδημίας στις πραγματικές εσωτερικές ζωές πολλών Ελλήνων.

“Βλέπω τη σχέση της ζωής μου να καταστρέφεται”, γράφει μία αναγνώστρια.  “Όταν κανονίσω να βρεθούμε με άλλους ενδόμυχα θέλω να με ακυρώσουν για να μείνω στο σπίτι”, γράφει κάποιος άλλος. “Κλαίω πολύ, πάρα πολύ, με κάθε πιθανή και απίθανη αφορμή και έχω λιγότερη αντοχή στην τοξικότητα των πραγματικών ανθρώπων, αλλά και των χρηστών των social media”, σημείωνει ένας τρίτος.

Οι συνέπειες στην ψυχική υγεία πολλών από εμάς φαίνεται ότι είναι πολύ έντονες και σοβαρές. “Η πανδημία μ’ έκανε να βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου σαν εν δυνάμει εχθρούς”, μου έγραψε ένας. “Τώρα ζορίστηκα πιο πολύ από όταν πέθανε ο άντρας μου απο καρκίνο”, σημείωσε μια άλλη.

Μια γυναίκα μου γράφει για τη βία που υπέστη από το σύντροφό της κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Μια καθηγήτρια Λυκείου εξομολογείται τα συναισθήματά της απέναντι στους μαθητές της, που την ειρωνεύονταν, δεν φορούσαν μάσκες και δεν πειθαρχούσαν στα μέτρα. “Προτιμούσα την τηλεκπαίδευση” μου γράφει, “για να μην τα βλέπω μπροστά μου”.

Ένας άλλος αναγνώστης, έξι μήνες αφότου πέρασε covid, γράφει ότι η όσφρησή του εξακολουθεί να μην λειτουργεί σωστά. Ένας πατέρας που έμενε στο σπίτι με τα παιδιά καθώς η γυναίκα του εργαζόταν, εξομολογείται τις ενοχές του για τη συμπεριφορά του απέναντί τους. “Κατέληξα να τους ζητάω συγγνώμη σχεδόν κάθε βράδυ. Οι τύψεις μου για αυτή την προσωπική αποτυχία θα με κυνηγάνε για πάντα”.

Μου έγραψαν ιστορίες απίστευτης πίεσης και άγχους από εργαζόμενες μητέρες που κλήθηκαν να ικανοποιήσουν -σχεδόν πάντα μόνες τους- ιλιγγιώδεις ανάγκες φροντίδας διαφόρων γενεών των οικογενειών τους. Μου έγραψαν ιστορίες φόβου και ανασφάλειας. “Δεν συναντώ κανένα ανεμβολίαστο μέχρι να κάνω τη δεύτερη δόση, συν 15 μέρες”, μου έγραψε κάποιος. “Ταράζομαι όταν φτερνίζονται δίπλα μου. Δεν τολμώ να αγγίξω κανέναν”.

“Έχω ξεχάσει να μιλάω σαν άνθρωπος με άνθρωπους που δεν ακολουθώ την καθημερινότητα τους”, μου έγραψε κάποιος άλλος. “Ήταν σαν ένας πνευματικός μυς να μην είχε χρησιμοποιηθεί για χρόνια και ξαφνικά έπρεπε να σηκώσει εκατό κιλά”.

Και, βέβαια, πολλές ιστορίες μοναξιάς. “Πώς βγαίνεις ραντεβού σε post-pandemic εποχές;” έγραψε μια αναγνώστρια. “Πώς φλερτάρεις, για τι συζητάς, πώς προσέχεις να μη κολλήσεις την ηλικιωμένη εμβολιασμένη πλέον μητέρα σου, αν τελικά βγεις αυτό το ραντεβού;”.

Ωστόσο, δεν έζησαν όλοι οι Έλληνες μικρές ή μεγάλες τραγωδίες μέσα στην κρίση. Μάλιστα, κάποιοι είδαν αυτή την περίοδο ως ένα γόνιμο, χρήσιμο διάλειμμα. “Αυτοί οι μήνες μου έχουν προσφέρει εξαιρετική διαύγεια, ηρεμία, καθόλου βιασύνη, πιο καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι και σκέψεις” γράφει μία. “Χαίρομαι για τους μήνες τηλεργασίας που πέρασα ζώντας στην Αίγινα αντί να ξοδεύω σχεδόν δύο ώρες κάθε μέρα διασχίζοντας την Αθήνα”, γράφει κάποιος άλλος. “Από την μία λυπάμαι που συνέβη μια πανδημία (αλίμονο, πόσα θύματα, πόση φτώχια, δυστυχία), από την άλλη νιώθω ότι μέσα σε πεντακόσιες μέρες ωρίμασα πέντε χρόνια”, γράφει ένας τρίτος. Και μια άλλη: “Αν δεν ήταν τα κρούσματα, οι νεκροί, ο πόνος των θυμάτων του κορωνοϊού και μια αίσθηση κινδύνου, θα ήταν Παράδεισος”.

Και υπάρχουν, δε, και οι άλλοι που, πέρασαν μεν δύσκολα, αλλά βρήκαν μια ευκαιρία μέσα στην κρίση να επανεξετάσουν τις προτεραιότητές τους, να αξιολογήσουν τις ως τώρα ζωές τους και να πάρουν σημαντικές, κρίσιμες αποφάσεις. 

Για παράδειγμα, σκέφτομαι την ιστορία μιας κυρίας που ήρθε με τον Τούρκο άντρα της στην Ελλάδα για να ανοίξουν ένα ουζερί, ένα μήνα πριν ξεκινήσει η πρώτη καραντίνα. Όταν το έκλεισαν, αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στο χωριό από όπου καταγόταν εκείνη, και διαπίστωσαν ότι ο τρόπος ζωής εκεί τους ταιριάζει πιο πολύ. Και τώρα σχεδιάζουν μια νέα ζωή, μακριά από την πόλη.

Ή την άλλη ιστορία, της καθηγήτριας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που πέρασε σχετικά ανώδυνα την πανδημία, αλλά αποφάσισε να παραιτηθεί και να επιστρέψει στην Ελλάδα, κοντά στην οικογένεια που έχει να δει ενάμιση χρόνο, επειδή συνειδητοποίησε ότι “περνάει η ζωή, και δεν τη ζω με τους ανθρώπους που αγαπώ”. Ή την ιστορία της οικογένειας που έφυγε από το Λονδίνο για να περάσει την πρώτη καραντίνα στην Ελλάδα, κοντά στους παππούδες, και έκτοτε προσπαθεί να αναβάλει την επιστροφή στην Αγγλία όσο περισσότερο γίνεται -ίσως και μόνιμα.

Αυτές είναι οι πιο αισιόδοξες ιστορίες από όλες. Αν και σε αυτό το μικρό, καθόλου αντιπροσωπευτικό δείγμα, οι περισσότεροι εξομολογούνται πως όταν κοιτάζουν μέσα τους, σε ατομικό, προσωπικό επίπεδο βλέπουν κυρίως απώλεια, κάποιοι άλλοι βρήκαν χώρο, αφορμή, διέξοδο, ακόμα και κάθαρση.

“Για πρώτη φορά μετά από χρόνια βρήκα χρόνο να σκεφτώ”, μου έγραψε μια άλλη αναγνώστρια. “Περνώντας τόσο χρόνο μόνη στο σπίτι, συχνά χωρίς να έχω κάτι να κάνω, άρχισα να επαναξιολογώ διάφορες εμπειρίες από το παρελθόν, από έρωτες και φιλίες μέχρι πού θέλω να πάω επαγγελματικά στο εξής. Το αποτέλεσμα; Μεθαύριο ξαναδίνω Πανελλήνιες”.