ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μαρτύριο της δίψας

Τις καυτές, ανελέητες ημέρες του καλοκαιριού, θυμάμαι το κλασικό εκτενές διήγημα του Θανάση Βαλτινού «Η κάθοδος των εννιά». Η πλοκή, πασίγνωστη, υποτυπώδης: αποκομμένη ομάδα εννέα ανδρών του Δημοκρατικού Στρατού στην Πελοπόννησο, το καλοκαίρι του 1949, πασχίζει να ξεφύγει από τον κλοιό των κυβερνητικών στρατιωτικών δυνάμεων και των τοπικών παραστρατιωτικών ομάδων. 

Η ιστορία απηχεί, σκόπιμα και συνειδητά, τους Μυρίους του Ξενοφώντα. Ο Βαλτινός έχει κατ’ επανάληψιν δηλώσει πως το διήγημα γράφηκε για να εκφράσει μια σφοδρή ερωτική απογοήτευση. Είναι η ιστορία για το κυνηγητό ενός χαμένου ονείρου. 

Που σημαίνει πως ο αγώνας των εννέα ανταρτών είναι χαμένος. Ενας μόνο θα επιζήσει, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας. 

Τον αναγνώστη στοιχειώνει η μόνιμη αίσθηση της δίψας. «Ο ήλιος κυκλοδίωκτος/ ως αράχνη μ’ εδίπλωνε» κατά τον γνωστό στίχο του Κάλβου. Και ο Βαλτινός: «Ο ήλιος χτύπαγε άπονος, οι κατσικόδρομοι γεμάτοι ξεραμένες κακαράτζες. Πουθενά νερό, ούτε η λαχτάρα του». 

Θα κλέψουν ένα φορτηγό για να κινηθούν πιο γρήγορα, πιο ξεκούραστα. Θα βρουν ένα έρημο χωριό. «Αόριστα πιάναμε το σάλαγο από την ένταση του θέρου. (…) Βγήκαμε από το χωριό αμίλητοι. Είχαν ιδρώσει οι παλάμες μου, το ίδιο και οι δικές του (Νικήτα). Αφησε μια στιγμή το τιμόνι και τις σκούπισε στα γόνατα». 

Οταν ένας συμπολεμιστής θα πιαστεί απ’ το παραπέτι και χώσει το κεφάλι του μέσα στο παράθυρο, ο οδηγός, ο Νικήτας, θα πει ξερά: «Μου κόβεις τον αέρα». 

Ο αφηγητής μάς ενημερώνει πως «το αυτοκίνητο πήγαινε αργά, σα να πλέαμε σε μια πετσιασμένη επιφάνεια από λιωμένο ατσάλι». 

Εννοείται πως θα χαθεί το αυτοκίνητο και θα αναλάβουν ξανά τα πόδια. Οι λιγοστές πηγές που βρίσκουν, κάποιες είναι παγιδευμένες με εκρηκτικά ή έχουν στήσει ενέδρα τα πολυβόλα ή τους έχουν ρίξει πετρέλαιο επίτηδες.  «Σηκώθηκα να φύγω. Και πού να πήγαινα. Μπροστά μου η γη καιγότανε. Το χώμα ήταν ξερό, ξερό σαν το πετσί στους αγκώνες μου. (…) Μασάγαμε κι ο Νικήτας κοίταζε μπροστά μες στο λιοπύρι». Με το βλέμμα, ο Νικήτας γυρεύει την αθέατη θάλασσα. «Ενα τείχος από λάβρα έφραζε το μάτι». 

Θα φτάσουν στη θάλασσα, αλλά εκεί θα τους χτυπήσουν και θα τους γυρίσουν αμέσως πίσω, να κρυφτούν. «Δεν γλιτώναμε ούτε με το φευγιό. Η δίψα, η δίψα μας, μας είχε φτάσει και μας είχε ξεπεράσει». Ο αφηγητής θα απομείνει μονάχος, οι άλλοι θα χαθούν. Θα βρει καθαρή πηγή να ξεδιψάσει. «Εσκυψα ήπια ώσπου χόρτασα». 

Οι οπλισμένοι χωριάτες θα τον συλλάβουν εκεί, καθώς πίνει νερό. «Ημουν έτοιμος να τσακίσω, να με πάρει το παράπονο». 

Μου μένει πάντοτε, σαν ηχώ, εκείνη η κουβέντα του χαμένου Νικήτα, όταν λέει στον αφηγητή: «Ξέρεις τι με κρατάει; Εσύ και η ελπίδα να φτάσω στη θάλασσα. (…) Να πέσω μέσα και να τριφτώ μέχρι ν’ αλλάξω το πετσί…».