ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Σπανούλης και ο Ζήσης

Τέλη καλοκαιριού του 2007, έπειτα από ένα βαρύ χειρουργείο που πρόσθεσε βίδες και μπουλόνια στη μέση μου, συν μια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη που πρόσθεσε ταλαιπωρία και πόνους διαρκείας, παίρνω το δεύτερο εξιτήριο και γυρίζω σπίτι. «Πατέρα, τι θέλεις να σου βάλω να δεις;» με ρωτάει ο γιος μου. «Ε, κάτι να αθληθώ», του λέω, «οι γιατροί είπαν ν’ αρχίσω να γυμνάζομαι σιγά σιγά». Πριν τελειώσω τη φράση μου είχε βάλει στο βίντεο την κασέτα μ’ ένα παιχνίδι που μας είχε κάνει διάσημους στην υφήλιο για ένα-δυο εικοσιτετράωρα. Αυτό ήθελα, το ’νιωσε.

Η αθλητική δόξα, οι «συγκλονισμοί» κτλ. δεν κρατάνε πολύ. Και η αθλητικογενής πίκρα επίσης. Γεμάτη θριάμβους αλλά και ήττες η ιστορία της μπάλας, όποιο χρώμα ή μέγεθος κι αν έχει. Εκείνο το παιχνίδι πάντως, κι ας μην ήταν τροπαιοφόρος τελικός, το φυλάει άθικτο η μνήμη μας, η πανελλήνια, όχι η οπαδική. Μαζί με το Ευρωμπάσκετ του 1987 και το Γιούρο του 2004, ο αγώνας της Εθνικής μας με την αμερικανική Ντριμ Τιμ, στο Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας, το 2006, πρώτη ημέρα του φθινοπώρου, είναι τα τρία εθνικά αθλητικά μας θαύματα. 

Το 2007 ξανάδα το βιντεοσκοπημένο παιχνίδι με την ίδια αγωνία και αγαλλίαση που το είχα πρωτοδεί στην ώρα του. Με επιστρατευμένα όλα μου τα γούρια και τα ξόρκια, και ας ήξερα το αποτέλεσμα: 101-95. Αλλά και με την ίδια θλίψη για την απουσία του Νίκου Ζήση, που του είχε τσακίσει το ζυγωματικό η αγκωνιά του Βραζιλιάνου Βαρεζάο. Τον Ζήση τον αγαπούσαμε ιδιαίτερα οικογενειακώς. Είχε κάποιο φιλαράκι στη γειτονιά μας, και κάποιο μεσημέρι είχε τύχει να καθίσουν για λίγη κουβεντούλα στα δροσερά σκαλοπάτια της εξώπορτάς μας. Αυτό τον είχε κάνει δικό μας άνθρωπο. Και τον Βασίλη Σπανούλη δικό μας άνθρωπο τον νιώθαμε όταν έπαιζε στην Εθνική. Και ας μας είχε φαρμακώσει πολλές φορές εμάς τους κόκκινους, όταν φορούσε τα πράσινα. Στο παιχνίδι της Ιαπωνίας ο Σπανούλης είχε βάλει 22 πόντους. Σαν να ’παιζε και για τον διόσκουρό του, τον Ζήση. Η πρόσφατη σχεδόν ταυτόχρονη ανακοίνωση των δυο τους ότι βγάζουν πια τη φανέλα, μας θύμισε πως η γενιά τους, η γενιά του Διαμαντίδη, του Παπαλουκά, του Σχορτσανίτη, του Κακιούζη, του Τσαρτσαρή κράτησε στη θρησκεία του μπάσκετ όσους προσηλυτιστήκαμε από τη γενιά του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Χριστοδούλου, του Φασούλα. Σε όποιο δόγμα της πορτοκαλί θρησκείας κι αν ανήκουμε, χαρήκαμε την μπασκετική εξυπνάδα τους, το πάθος, την αφιέρωσή τους. Την αρρώστια τους μ’ ένα λόγο. Σαν άρρωστοι κι εμείς. Τους χρωστάμε.