ΑΠΟΨΕΙΣ

Γουχάν Γουχάν

Θα μπορούσε να είναι απλώς η καταγραφή μιας εξωπραγματικής, τρομακτικής συνθήκης που ανήκει στο παρελθόν, αν η ταχεία εξάπλωση της μετάλλαξης «Δέλτα» του κορωνοϊού δεν σκίαζε το καλοκαίρι, γεννώντας δυσοίωνες σκέψεις για το άμεσο μέλλον. Το «Γουχάν Γουχάν», του Γιουνγκ Τσανγκ, που έκανε την ευρωπαϊκή πρεμιέρα του στο διαγωνιστικό τμήμα του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ολοκληρώνεται σήμερα, βράδυ Κυριακής), θα έπαιρνε τη θέση του στο αρχείο της μνήμης μας και του ενδιαφέροντός μας, αν η πανδημία δεν το καθιστούσε εφιαλτικά αφυπνιστικό τής εν υπνώσει, λόγω θέρους, πραγματικότητας.

Πώς ήταν η Γουχάν, η κινεζική πόλη της επαρχίας Χουμπέι, τον Φεβρουάριο του 2020, ενώ είχε ήδη συμπληρώσει δύο μήνες καραντίνα (απόλυτου αποκλεισμού από κάθε δραστηριότητα); Ενας μη τόπος. Ακατοίκητος στους εξωτερικούς χώρους, ερημωμένος. Οι πληροφορίες για την περιοχή εκείνη του πλανήτη, γενεσιουργό του θανατηφόρου ιού, έρχονταν μάλλον φιλτραρισμένες και πολύ «αραιωμένες» από τα προσωπικά δράματα και τις συνθήκες ζωής. Ηταν σχεδόν αδύνατο να σχηματίσει καποιος μια σαφή εικόνα της κατάστασης. Το κινηματογραφικό συνεργείο του «Γουχάν Γουχάν» κατάφερε να καταγράψει την καθημερινότητα στο επίκεντρο της πανδημίας. Και ποιος ο καλύτερος τρόπος για να διαπιστώσει κανείς το μέγεθος της καταστροφής;

Οι προσωπικές ιστορίες: ο Γιν και η Ξου, το νεαρό ζευγάρι που θα αποκτήσει παιδί σε λίγες εβδομάδες, εκείνος εργάτης και εθελοντής οδηγός γιατρών και νοσηλευτών, ο Ζενγκ, διευθυντής της Εντατικής στο νοσοκομείο Γουχάν Νο 5, η νοσοκόμα Σου Σου, η ψυχολόγος Ζανγκ, ο μικρός Λάι Λάι και η μητέρα του Λου, και οι δύο κρούσματα, έγκλειστοι σε ένα δαιδαλώδες καταφύγιο νοσοκομείου για την COVID-19. 

Στις 8 Απριλίου του 2020, η πόλη έκανε άρση των περιορισμών κυκλοφορίας. Το ντοκιμαντέρ μάς πληροφορεί ότι έως τότε «επισήμως αναφέρθηκαν 50.008 κρούσματα και 2.574 θάνατοι». Την ίδια στιγμή, στη διάρκεια του lockdown, γεννήθηκαν 16.638 μωρά. 

Οι γιατροί και οι νοσηλευτές είναι, κι εδώ, οι ήρωες, ζουν απομονωμένοι από τις οικογένειές τους σε ειδικό ξενοδοχείο και έχουν καρφιτσώσει πάνω στη στολή τους, που καλύπτει κάθε χαρακτηριστικό, μια φωτογραφία τους για να τους γνωρίζουν οι ασθενείς. Εργάζονται, με πολλές ελλείψεις, νυχθημερόν και αγογγύστως. Σπάνια αφήνουν τα συναισθήματα να εκδηλωθούν, πού και πού κάποιο δάκρυ κυλάει όταν κάτι πολύ απλό, σχεδόν μπανάλ, όπως το κούρεμα των μαλλιών, τούς προσφέρεται από εθελοντές κομμωτές. Υπόμνηση μιας διαλυμένης κανονικότητας. Ο οργανωμένος παροξυσμός στους χώρους περίθαλψης ενισχύεται από την υποδειγματική ψυχραιμία του προσωπικού. Οι ασθενείς γίνονται συχνά δύστροποι, δικαιολογημένα καταρρέουν ψυχολογικά, εγκαταλείπουν κάποιες φορές τον αγώνα να κρατηθούν στη ζωή και οι γιατροί και νοσηλευτές είναι εκεί, δίπλα τους, για να τους ενθαρρύνουν, να τους παρηγορήσουν, να τους αντιμετωπίσουν με υπομονή. 

Γιατί, όμως, μνημονεύουμε ένα ντοκιμαντέρ που δεν εμφανίζει πρωτοτυπία στο θέμα του, ούτε, ειδικά, στον χειρισμό του; Εχουν παραχθεί και θα συνεχίσουν να παράγονται πολλά ντοκιμαντέρ για την πανδημία, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δεν είναι το «ηθικό δίδαγμα» του εθελοντισμού και της οργανωμένης κοινότητας των κατοίκων της Γιουχάν ούτε η παροιμιώδης στωικότητα και πειθαρχία τους ακόμη και στα πιο ακραία μέτρα. Τότε τι; Τι είναι αυτό που σε κάνει να μην μπορείς να σταματήσεις να το παρακολουθείς, να θέλεις να μάθεις τι απέγινε με την εγκυμοσύνη της Ξου, αν απέκτησε αγοράκι ή κοριτσάκι, αν ο γιατρός Ζενγκ επιβίωσε, πώς τα κατάφεραν τελικά ο μικρός Λάι Λάι και η μητέρα του Λου;

Δεν είναι μόνον η αφηγηματική ικανότητα του σκηνοθέτη. Δεν παρακολουθείς μία ακόμη, πολύ καλή/καλή ή μέτρια ταινία τεκμηρίωσης. Η Γουχάν ήταν η αρχή ενός παγκόσμιου εφιάλτη που δεν έχει τέλος. Μπορεί να βρίσκεται σε ύφεση, χάρη των εμβολίων, αλλά ο κίνδυνος επιστρέφει, διαρκώς, με νέα δεδομένα. Οι εικόνες του σκηνοθέτη Γιουνγκ Τσανγκ στοιχειώνουν, ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτα που δεν είναι οικείο. Που δεν έχει γίνει σκιά μας και μας ακολουθεί, εδώ και ενάμιση χρόνο. Ξαναβρεθήκαμε χωρίς μέτρα, όσοι εμβολιασμένοι νιώθουμε και αρκετά ασφαλείς, αλλά το αίσθημα της προθεσμίας, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να εξαντληθεί, δεν έχει ξορκιστεί. Ζωή υπό όρους.