ΑΠΟΨΕΙΣ

Οπου δεν πίπτει λόγος πίπτει βελόνα

opoy-den-piptei-logos-piptei-velona-561430075

Πριν από λίγες ημέρες, ένα δελτίο στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μού κέντρισε το ενδιαφέρον. Είχε τίτλο «Πώς να μιλήσεις σε κάποιον που πιστεύει σε θεωρίες συνωμοσίας». Ηταν μέρος της ενημέρωσης που παρέχει η Βρετανική Εταιρεία Ψυχολογίας σε συνδρομητές του ηλεκτρονικού περιοδικού της και παρέπεμπε σε σειρά νέων και παλιών άρθρων. Τα διάβασα, μήπως κάποιο φανεί χρήσιμο και για ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας. Την προηγούμενη ημέρα, εξάλλου, είχε βγει δημοσκόπηση της Pulse για τον ΣΚΑΪ, που έδειχνε ότι απ’ όσους Ελληνες δεν έχουν εμβολιαστεί, το 40% δεν σκοπεύει να αλλάξει γνώμη. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό επειδή, όπως λένε οι επιστήμονες, η αυξημένη μεταδοτικότητα μεταλλάξεων του ιού απαιτεί μεγαλύτερο αριθμό εμβολιασμένων για τη θωράκιση της κοινωνίας. Εχει μεγάλη σημασία, λοιπόν, πώς θα μεταπειστούν περισσότεροι ώστε να εμβολιαστούν.

Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, το μέγεθος του προβλήματος της συνωμοσιολογίας έγινε ορατό το 2016, πρώτα με το Brexit, μετά με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Απ’ ό,τι έδειξε εξάχρονη μελέτη του Πανεπιστημίου Cambridge και του οργανισμού YouGov, που διεξήχθη σε εννιά χώρες και δημοσιεύθηκε το 2018, μεγάλος αριθμός όσων ψήφισαν υπέρ Brexit και Τραμπ πίστευε και σε διάφορες θεωρίες συνωμοσίας. Για παράδειγμα, το 47% αυτών που υπερψήφισαν το Brexit πίστευαν ότι η κυβέρνηση έκρυβε τα πραγματικά στοιχεία για το πόσοι μετανάστες βρίσκονταν στη χώρα, έναντι του 14% αυτών που ήθελαν η Βρετανία να παραμείνει στην Ε.Ε. Στις ΗΠΑ, 44% των ψηφοφόρων του Τραμπ πίστευαν αυτή τη θεωρία, έναντι του 12% των ψηφοφόρων της Χίλαρι Κλίντον. Επίσης, το 47% των ψηφοφόρων του Τραμπ πίστευε ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι απάτη, έναντι μόλις του 2% των ψηφοφόρων της Κλίντον. Ο νέος κορωνοϊός, ως γνωστόν, προκάλεσε έξαρση συνωμοσιολογίας σε πολλές χώρες, όπως και στη δική μας.

Γιατί τόσοι άνθρωποι πιστεύουν διάφορες ανυπόστατες θεωρίες, όταν τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι αυτές είναι λανθασμένες; Πώς μπορούν να πεισθούν να αλλάξουν γνώμη; Στο πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι κάπως γνωστή, αν και οι λόγοι διαφέρουν: Πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι καταλαβαίνουν τι γίνεται γύρω τους και, εάν δεν καταλαβαίνουν, βρίσκουν τη δική τους «αλήθεια» – μία που θα τους κάνει να αισθάνονται ασφαλείς επειδή ταιριάζει με όσα πιστεύουν ήδη. Με αυτόν τον τρόπο, εμφανίζονται ως γνώστες, γεμάτοι αυτοπεποίθηση, στον κοινωνικό περίγυρό τους. Επιμένουν σε αυτά που θέλουν να πιστεύουν και, την ίδια ώρα, βρίσκουν αναγνώριση και ασφάλεια μεταξύ ανθρώπων που σκέπτονται όπως αυτοί. Επιρρεπείς σε θεωρίες συνωμοσίας είναι και άνθρωποι που έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι είναι «ιδιαίτεροι», αλλά και οι «πολιτικά απαθείς». Οι θεωρίες συνωμοσίας τείνουν να είναι «αυτο-σφραγισμένες» – δηλαδή, δεν διαψεύδονται εύκολα επειδή κάθε στοιχείο που παρουσιάζεται εναντίον της θεωρίας αντιμετωπίζεται ως άλλο ένα πειστήριο για την ύπαρξη πλεκτάνης που μόνον αυτοί και οι ομοϊδεάτες τους διακρίνουν. Ετσι, το ψέμα του Τραμπ ότι κέρδισε τις περυσινές εκλογές τροφοδοτεί τους ακραίους που κατέλαβαν το Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, οι οποίοι αρνούνται να αποδεχθούν την πραγματικότητα.

Στο ζήτημα για το πώς να προσπαθήσει κάποιος να μεταπείσει τέτοιους ανθρώπους, οι μελέτες είναι μάλλον αποθαρρυντικές: φαίνεται να είναι αργά και ο στόχος δύσκολος. Σημαντικό είναι να γίνει η προσπάθεια πριν εδραιωθεί μια συνωμοσία, πριν εξαπλωθεί. Στην περίπτωση της πανδημίας, οι παράλογες θεωρίες προϋπήρχαν των εμβολίων. Εφθασαν στην Ελλάδα από το εξωτερικό και βρήκαν γόνιμο έδαφος για να εξαπλωθούν πολύ πριν φανεί η επιτυχία των εμβολίων. Εκτοτε, η αντιπαράθεση με την πολιτεία και με όσους υποστηρίζουν τον εμβολιασμό συσπειρώνει το στρατόπεδο των αντιεμβολιαστών, «δικαιώνει» το μένος τους εναντίον των «εχθρών».

Μια πρόταση ψυχολόγων είναι όσοι συνομιλούν με τους οπαδούς των συνωμοσιών να μην έρχονται σε αντιπαράθεση με αυτούς, αλλά να αναζητούν την «αποκλιμάκωση» της έντασης. Να ακούν τα επιχειρήματά τους και να προσπαθούν να τους πείσουν ότι τα πράγματα δεν είναι απελπιστικά, ότι μπορούν να τα ελέγξουν, με στόχο αυτοί να απαλλαγούν από την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα. Τέτοιες μέθοδοι ίσως λειτουργήσουν σε κοινωνίες όπου οι οπαδοί διαφόρων θεωριών συνωμοσίας είναι μεμονωμένα άτομα που μόλις τώρα συσπειρώνονται. Ισως βοηθήσουν και στην περίπτωση ανθρώπων που ειλικρινώς ανησυχούν περισσότερο για τις πιθανές παρενέργειες του εμβολίου παρά για τον κίνδυνο της νόσου. Οταν, όμως, υπάρχει μακρά παράδοση σκοταδισμού, δεισιδαιμονίας και «αντι-δυτικής» σκέψης σε σημαντικό κομμάτι της πολιτικής και κοινωνικής ζωής (όπως αυτή εκφράζεται σε διάφορους κύκλους και μέσα ενημέρωσης, με διάφορες σκοπιμότητες), τότε η μόνη «πειθώ» που μπορεί να πετύχει είναι η χρήση όλης της ισχύος της πολιτείας. Αυτή, ως υπεύθυνη για την ασφάλεια ολόκληρης της κοινωνίας, οφείλει να επιβάλει τον εμβολιασμό σε όλους.