ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ήχος της ζωής

Κάποτε ο ποιητής Νίκος Καρούζος έμενε σε ένα διαμέρισμα απ’ το οποίο μπορούσε να ακούσει τις φωνές των παιδιών ακριβώς δίπλα. Φώναζαν τα παιδιά, γελούσαν, το ένα κυνηγούσε το άλλο μέσα σε ένα ατέρμονο ποδοβολητό γεμάτο χάχανα και στριγγλιές. 

Ο θόρυβος διαπερνούσε τη μεσοτοιχία. Η σύντροφος του Καρούζου προβληματίστηκε. «Να πάω δίπλα να παραπονεθώ; Να τους πω να κάνουν ησυχία;» πρότεινε. 

Ο ποιητής σήκωσε το κεφάλι του από τα χαρτιά του ξαφνιασμένος. «Μιλάς σοβαρά;» της είπε, σχεδόν θυμωμένος. «Αυτός είναι ο ήχος της ζωής και θες να τον κάνεις να σιγήσει;» Η γυναίκα δεν έκανε τίποτα, τα παιδιά συνέχισαν το παιχνίδι τους και ο ποιητής βυθίστηκε ξανά στα χαρτιά του. 

Τον θυμήθηκα όταν έζησα μια τρομερή φασαρία σε ναυτικό όμιλο των νοτίων προαστίων. Μονάχα που τη φασαρία δεν την έκαναν παιδιά, αλλά ενήλικοι. Για την ακρίβεια, κάποιες κυρίες που ενοχλήθηκαν τόσο σφοδρά από τα παιδιά που έπαιζαν πλάι στη θάλασσα, που έβαλαν τις φωνές τόσο στα ίδια τα παιδιά όσο και στα νεαρά αγόρια και κορίτσια (παιδιά και αυτά του ναυτικού ομίλου) που εκτελούσαν χρέη καθοδηγητή και δασκάλου στις αθλοπαιδιές που επιδίδονταν τα μικρά. 

Οι κυρίες ήθελαν να παίξουν το χαρτί τους. «Οι φωνές αυτές είναι ανυπόφορες. Πραγματικά αφόρητες!» τσίριζαν παρατώντας την τράπουλα. «Και φέρετε ευθύνη εσείς», γύρισαν και είπαν στους νεαρούς και στις νεαρές που τα συνόδευαν, «που δεν τους βάζετε σε τάξη». 

«Παιδιά είναι», τόλμησε να πει μια κοπέλα, «παιδιά είναι και παίζουν. Πώς να τα κάνουμε να σωπάσουν;». 

Οι κυρίες δεν άκουγαν κουβέντα. «Είμαστε μέλη τριάντα χρόνια τώρα», επαναλάμβαναν επιδεικτικά. 

⇒ Διαβάστε επίσης: Σιγά μην κλάψει, σιγά μη φοβηθεί

Πόσο θα ήθελα να ήταν εκεί, στην τσιμεντένια εξέδρα του ναυτικού ομίλου, ο Νίκος Καρούζος. Ισως να τους υπενθύμιζε ότι ο όμιλος αυτός δεν είναι χαρτοπαικτική λέσχη, αλλά αθλητική λέσχη: τα μικρά παιδιά εκπαιδεύονταν σε αθλητικά παιχνίδια με το νερό, στην κοινωνικοποίηση, αφήνονταν στη χαρά τους επίσης. 

Σκέφτηκα να μιλήσω. Να τους πω για τα παιδιά των παιδογκολογικών κλινικών που δεν μπορούν να είναι στη θάλασσα. Για κάποια από αυτά τα παιδιά που δεν θα ξαναδούν τη θάλασσα ποτέ. Ή, απλώς, να τους υπενθυμίσω ότι τα παιδιά, ακόμα και τα πιο ήσυχα, όταν βρίσκονται σε παρέες, κυρίως όταν ενθουσιάζονται με ένα ομαδικό παιχνίδι, οφείλουν να φωνάξουν.

Δεν είπα τίποτα, αφενός επειδή η φασαρία κόπασε (τα παιδιά νίκησαν, ή μάλλον η φυσική δύναμη της ζωής υπερίσχυσε, όπως συμβαίνει πάντοτε), αφετέρου επειδή δεν θα με καταλάβαιναν. Δεν θα καταλάβαιναν τίποτα. 

Τα παιδιά συνέχισαν το παιχνίδι τους, οι κυρίες το χαρτάκι τους. Συνοφρυωμένες, εκνευρισμένες, πάντως δεν πτοήθηκαν. Και ευτυχώς. Ο καθένας μας κρύβει ένα παιδί μέσα του και αναζητάει την αναψυχή που ανακουφίζει και απαλύνει τη βασανιστική ροή του χρόνου. Αλλά προς τι τόση γκρίνια, τέλος πάντων; Ο ήχος της ζωής πώς να σιγήσει;