ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

«Αγαπώ πολύ τη ζωή, τη χάρηκα… Voilà»

agapo-poly-ti-zoi-ti-charika-voila-561437125

Δημιουργούσε εικονοστάσια μνήμης τα οποία φώτιζε με ένα υποκίτρινο θαμπό φως παλιομοδίτικων λαμπτήρων. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες προσώπων, που δεν γνώριζε προσωπικά, μνημειώνονταν δίπλα σε βιτρίνες με «ανώνυμα» κειμήλια ή σε στοίβες με εκατοντάδες ρούχα, σκηνοθετώντας ένα εντυπωσιακό θέαμα (όπως στο Grand Palais, στο Παρίσι, το 2010). Είχε τη δύναμη να δημιουργεί «δωμάτια» μνήμης, σε μικρούς ή αχανείς χώρους. Αυτός ο «αρχαιολόγος της καθημερινότητας», όπως τον είχαν αποκαλέσει, ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του καιρού μας, ο Κριστιάν Μπολτάνσκι, πέθανε στις 14 Ιουλίου σε ηλικία 77 ετών, στο Παρίσι, όπου και γεννήθηκε. Ζούσε και εργαζόταν στο προάστιο Malakoff.

Γλύπτης, φωτογράφος, ζωγράφος και σκηνοθέτης, με καθολική και εβραϊκή κληρονομιά, στοιχειωμένος από τον θάνατο και το Ολοκαύτωμα, πειραματίστηκε με υλικά και σχήματα, περιστρεφόμενος γύρω από το τραύμα της εξόντωσης. Ο,τι κι αν παρουσίαζε έφερε το βάρος της ίδιας αμείλικτης υπενθύμισης. Και όπως έλεγε και ο ίδιος, η ιδέα του είναι μία: ο θάνατος. «Επανέρχομαι στο ίδιο θέμα: τον χρόνο που περνάει. Τα ερωτήματα που θέτω είναι πάντα σε σχέση με το τέλος, τον θάνατο, με το τυχαίο, με την ενοχή». Βέβαια, άνθρωποι που τον γνώριζαν καλά, όπως ο ιστορικός τέχνης Μπερνάρ Μαρκαντέ, υποστήριζαν ότι «μιλούσε πάντα για τον θάνατο, αλλά δεν ήταν ποτέ θλιμμένος». 

Σε συνέντευξή του το 2010, με αφορμή τη συγκλονιστική εγκατάσταση στο Grand Palais («Personnes»), αμέτρητα ρούχα, τοποθετημένα στο έδαφος ή στοιβαγμένα, με ένα γερανό να τα πετάει διαρκώς από ψηλά, μια υπόμνηση «παρουσίας/απουσίας», είχε πει: «Μια από τις μεγάλες δυστυχίες της δυτικής κοινωνίας είναι ο θυμός που της προκαλεί η ιδέα του θανάτου. Εχει γίνει ο θάνατος κάτι επαίσχυντο. Γι’ αυτό μου φαίνεται αναγκαίο να μιλάω γι’ αυτόν και προσπαθώ να το κάνω μέσω μικρών παραβολών. Πριν, με απασχολούσε ο θάνατος των άλλων. Τώρα, ο δικός μου…»

Η τελευταία του έκθεση εγκαινιάστηκε τον Ιανουάριο του 2021 στο Παρίσι και είχε τίτλο «Les Linges» (Τα ασπρόρουχα). Σεντόνια/κατασκευές, ογκώδεις, αποκρυσταλλωμένες, τοποθετημένες πάνω σε φορεία. Πρόλαβε να αποτυπώσει, με μια εγκατάσταση, την πανδημία με τον τρόπο του. Λευκά σεντόνια, λευκός φωτισμός. 

«Πέθανε στο νοσοκομείο Cochin (στο Παρίσι), όπου βρισκόταν τις τελευταίες μέρες. Ηταν άρρωστος. Ηταν ένας μετριοπαθής άνδρας, έκρυβε τα πράγματα όσο μπορούσε», δήλωσε ο Bernard Blistène, πρώην διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Κέντρου Πομπιντού, ο οποίος του οργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση το 2020.

Οταν είχαν ρωτήσει τον Μπολτάνσκι πώς σκέφτεται τον θάνατό του, είχε απαντήσει: «Αργό. Οχι αιφνίδιο. Για να μπορώ να προετοιμαστώ». 

Ο Κριστιάν Μπολτάνσκι είχε επισκεφθεί την Ελλάδα το 2006 συμμετέχοντας στον «Μεγάλο περίπατο» του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης που απλωνόταν στον πεζόδρομο Διονυσίου Αρεοπαγίτου – Αποστόλου Παύλου – Ερμού. Τον Οκτώβριο του 2013 τον προσκάλεσε η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση για να δημιουργήσει αποκλειστικά ένα έργο. Επίκεντρο, τα «Βλέμματα» και οι χτύποι της καρδιάς των Αθηναίων. Ο Γάλλος καλλιτέχνης απομόνωσε και μεγέθυνε τα μάτια από φωτογραφίες ταυτότητας κατοίκων της Αθήνας. Παράλληλα πρότεινε στους επισκέπτες της έκθεσης να καταγράψουν σε πραγματικό χρόνο τον χτύπο της καρδιάς τους, μοναδικός όσο και το δακτυλικό τους αποτύπωμα. 

Τότε, τον συναντήσαμε για μια συνέντευξη στην «Κ» (https://www.kathimerini.gr/life/people/71411/kristian-mpoltanski-mnimeio-ston-anonymo-anthropo).

Κυκλοφορούσε ανάμεσα στα «βλέμματα», αποτυπωμένα σε αλλεπάλληλα διαφανή ριντό, με τεχνητό αέρα να δίνει κίνηση στα υφάσματα. Ο ήχος θύμιζε ξεφύλλισμα (από τον άνεμο), σκίρτημα μνήμης (αν είχε ήχο, κάπως έτσι θα ήταν) ή παλμό καρδιάς (επέμενε ο ίδιος). Είχα πολλές φορές διασταυρωθεί με το έργο του, ποτέ με τον ίδιο. Από κοντά, διαπίστωσα αυτό που είχα αισθανθεί ως περιηγητής των εκθέσεών του: είχε τη δύναμη να μετατρέπει τον θεατή σε προσκυνητή.

Στην ερώτησή μας «ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο “κοιτώ” και στο “βλέπω”», η απάντησή του αποκάλυψε κάτι απροσδόκητο: «Τον Γενάρη του 2010 ξεκίνησα τη δημιουργία ενός έργου στην Τασμανία. Τέσσερις κάμερες καταγράφουν 24 ώρες το 24ωρο το ατελιέ μου, είτε βρίσκομαι εγώ εκεί είτε όχι. Οι εικόνες στέλνονται σε μια σπηλιά, ειδικά διαμορφωμένη, στην Τασμανία. Πρόκειται για ένα συμβόλαιο που έχω υπογράψει με έναν πολύ πλούσιο συλλέκτη, τον Ντέιβιντ Γουόλς, ο οποίος έκανε μια περιουσία με στοιχήματα. Στοιχημάτισε λοιπόν ότι θα πεθάνω τα επόμενα οκτώ χρόνια. Περιμένοντας, μου καταβάλλει μηνιαίο μισθό. Εάν πεθάνω νωρίτερα, θα κερδίσει, εάν πεθάνω αργότερα, κερδίζω εγώ. Εν τω μεταξύ, συγκεντρώνονται τα DVD, αλλά όσο ζω δεν μπορεί να τα εκμεταλλευτεί!  Ηθελα πάντα να τοποθετήσω τη ζωή μου σε ένα κουτί! Με αυτό το έργο, το κατορθώνω. Είναι ένας διασκεδαστικός τρόπος να μιλήσουμε για τον θάνατο, αποδραματοποιώντας τον. Αγαπώ πολύ τη ζωή. Εζησα καλά, τη χάρηκα… Voilà!».