ΑΠΟΨΕΙΣ

Το παράδοξο της έρευνας

Είμαστε μια χώρα που διαθέτει ελάχιστους δικούς της πόρους για παραγωγικές και για δημόσιες επενδύσεις. Εξαρτιόμαστε, εδώ και σαράντα χρόνια, από τα διάφορα ταμεία και προγράμματα της Ε.Ε.: παλιότερα τα ΜΟΠ, μετά τα ΕΣΠΑ, σε λίγο το Ταμείο Ανάκαμψης. Οι βασικοί άξονες ορίζονται έπειτα από διαπραγμάτευση ανάμεσα στην κάθε κυβέρνηση και στα όργανα της Ε.Ε., και πάντα μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο που έχει αποφασιστεί σε επίπεδο Ε.Ε. Υπάρχουν και τα «ανταγωνιστικά» προγράμματα, όπως το Horizon για την έρευνα και την καινοτομία, όπου και για αυτά οι προτεραιότητες και τα κριτήρια επιλογής ορίζονται στις Βρυξέλλες.

Αποτέλεσμα: μερικά σημαντικά πράγματα που σε άλλες χώρες χρηματοδοτούνται αδρά κυρίως από το εθνικό κράτος, σε εμάς πάσχουν γιατί δεν έχουν πόρους. Ενα από αυτά είναι η εκπαίδευση (και ιδίως η τριτοβάθμια) και το άλλο είναι η «βασική» έρευνα. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εστιάζουν μόνο στην «εφαρμοσμένη» έρευνα, δηλαδή αυτή που είναι προσανατολισμένη σε παραγωγή νέων προϊόντων, υπηρεσιών ή διαδικασιών.

Η «βασική» έρευνα επιδιώκει να απαντήσει κυρίως σε ερωτήματα της ίδιας της επιστήμης, χωρίς να υπάρχει μια προφανής πρακτική εφαρμογή για τα ενδεχόμενα ευρήματά της. Πολλοί την ονομάζουν και έρευνα «περιέργειας» (curiosity-driven). Φαίνεται λοιπόν εύλογο, με πρώτη ματιά, ότι μια χώρα που έχει ανάγκη να διαθέσει περισσότερους δημόσιους πόρους για την οικονομική ανάπτυξη δεν πρέπει να επενδύσει πολλά χρήματα σε τέτοια εγχειρήματα. Η θέση αυτή, ειδικά για την Ελλάδα, μοιάζει να ενισχύεται και από τους αριθμητικούς δείκτες: έχουμε πολύ καλές επιδόσεις σε επιστημονικές δημοσιεύσεις, ενώ πολύ κακές σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας και σε δημιουργία επιχειρήσεων από ερευνητές. Γι’ αυτό, τόσο η κυβέρνηση όσο και τα όργανα της Ε.Ε. αφιερώνουν χρήμα και χρόνο για να βελτιώσουν κυρίως τη διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή.

Πριν από μερικά χρόνια συμφωνούσα κι εγώ με αυτή την ιεράρχηση προτεραιοτήτων, αλλά έχω αλλάξει γνώμη, για τρεις λόγους. Πρώτον, όσο τα εργαστήριά μας δεν έχουν επιστήμονες που ασχολούνται σε βάθος και με τα βασικά ερωτήματα, η ποιότητα της εφαρμοσμένης εργασίας δεν μπορεί να είναι τόσο καλή όσο είναι στα εργαστήρια που συνδυάζουν και τα δύο. Γι’ αυτό δεν έχουμε πατέντες με σημαντική εμπορική αξία. Στην Κίνα, που επενδύει τεράστια ποσά σε βασική έρευνα, ένα από τα μεγάλα κέρδη είναι ότι οι εξαιρετικά καταρτισμένοι ερευνητές μπορούν να αξιοποιήσουν γρήγορα τα αποτελέσματα των συναδέλφων τους στην Αμερική και στην Ευρώπη για να παράγουν και πρακτικά αποτελέσματα.

Δεύτερον, από συζητήσεις με καταξιωμένους Ελληνες επιστήμονες της διασποράς, έχω καταλάβει ότι οι εγχώριοι ερευνητές παράγουν μεν πολλές και καλές δημοσιεύσεις, αλλά όχι στην αιχμή της επιστήμης τους. «Καβαλούν το κύμα, δεν προπορεύονται». Οχι επειδή τους λείπουν οι ικανότητες και η παιδεία, αλλά επειδή δεν έχουν την ευκαιρία να εργαστούν μακροχρόνια και χωρίς περισπασμούς σε προγράμματα «περιέργειας».

Τρίτον, τα νεότερα εργαλεία και μέθοδοι της επιστήμης έχουν μειώσει την απόσταση ανάμεσα στο βασικό και στο εφαρμοσμένο, σε πολλούς τομείς. Η πρωτοποριακή έρευνα για το CRISPR/cas9 απέφερε σχεδόν ταυτόχρονα το Νομπέλ Χημείας και τις πρώτες εφαρμογές στην ιατρική ακριβείας. Η τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με νέους αισθητήρες και εργαλεία παραγωγής, επιτρέπει την ταχεία αποκρυπτογράφηση του υλικού κόσμου και παράλληλα τα πειράματα για την αναδιαμόρφωσή του. Η περιέργεια συναντά τη μαστορική.

Οσο κι αν μοιάζει παράδοξο, η οικονομία της γνώσης χρειάζεται (και) ερευνητές που δεν σκέφτονται με όρους οικονομίας, σε κάθε χώρα που φιλοδοξεί να είναι στην ομάδα των ανεπτυγμένων. Κι όσο η Ε.Ε. δεν τη χρηματοδοτεί, η βασική έρευνα πρέπει να ενισχυθεί από εθνικούς πόρους. Στο Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) μελετούμε τώρα πώς μπορεί να γίνει αυτό αποτελεσματικά και αξιοκρατικά.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι αντιπρόεδρος στο ΕΣΕΤΕΚ και εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi.