ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν η νεοελληνική ποίηση παίζει μπάλα

otan-i-neoelliniki-poiisi-paizei-mpala-561438001

Παρά τα γλωσσικά γονίδιά μας, δεν φαίνεται πιθανό ότι την ώρα που παρακολουθούμε ένα αθλητικό παιχνίδι θυμόμαστε πως η «αγωνία» μας είχε κάποτε τη σημασία του «αγώνα», της άμιλλας για τη νίκη. Κι αν πλέον δηλώνει τη στενοχώρια και το άγχος, θα ευθύνονται ίσως τα αισθήματα που μας κυριεύουν όταν βλέπουμε άλλους να αθλούνται ανθ’ ημών και υπέρ ημών. Τα αισθήματα αυτά σπανίως είναι αμιγούς αθλητικού χαρακτήρα. Πολύ συχνά προσλαμβάνουν εθνικά γνωρίσματα, ιδίως σε διοργανώσεις όπως οι Ολυμπιακοί, το Γιούρο, το Μουντομπάσκετ κ.ο.κ. Το «πόλις εναντίον πόλεως» των αρχαίων έγινε έθνος εναντίον έθνους ή, σπανιότερα, τάξη κατά τάξης και ιδεολογία κατά ιδεολογίας.

Ανάμεσα στην ποίηση και στην αθλητικογραφία ο δανεισμός μοτίβων και λέξεων είναι αμφίπλευρος. Η «γλώσσα του ποδοσφαίρου», όπως συμβατικά αποκαλείται, αντλεί και προσοικειώνεται στοιχεία από τις γλώσσες ή τα ιδιόλεκτα διαφόρων τεχνών. Η εξήγηση φαίνεται απλή. Οσο εκτυλίσσονται οι φάσεις πάνω στο χορτάρι, όσο δηλαδή πόδια και νους συνεργάζονται για να αναδείξουν τη δική τους, ιδιαίτερη τέχνη, αναδεικνύονται και πτυχές των καθιερωμένων τεχνών. Μιλάμε λοιπόν για «γκολ-ποίημα», για τον μπαλαδόρο που «ζωγραφίζει» ή «κεντάει», για φάσεις «κινηματογραφικής ταχύτητας», για τους «μαέστρους», τους «δεξιοτέχνες», τα «πρώτα βιολιά» και τους «ενορχηστρωτές», για τους μάγους που «χορεύουν τους αντιπάλους», για το «θέατρο» του παίκτη που τάχα τον κλαδεύουν κι ας μην τον ακουμπούν, για τον σκόρερ που «γράφει το 1-0», για τον τερματοφύλακα που «διαβάζει γρήγορα τη φάση». Και μιλούσαμε, χρόνια πριν, για τον «Χατζηπαναγή-Νουρέγιεφ», τον αρτίστα του Ηρακλή που δεν αξιωθήκαμε να τον δούμε στην Εθνική, να τον δει και ο κόσμος όλος και να χαζέψει με την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα. Το παζλ συμπληρώνεται με τη γραπτή κριτική αποτίμηση της απόδοσης κάθε παίκτη, που δεν έχει να ζηλέψει πολλά (καλά ή κακά) από την οικεία μας τεχνοκριτική. 

Πεζογραφία και ποίηση υποδέχονται και αξιοποιούν διαφορετικά το θέμα-ποδόσφαιρο. Διηγηματογράφοι και πεζογράφοι, στην πλειονότητά τους, προκρίνουν την οπτική του ρεαλισμού και, κατά τις γνώσεις του ο καθένας, συνθέτουν ένα ανάλογο του αθλητικού ρεπορτάζ, με την επιπλέον μέριμνα να εντάξουν κοινωνικά τους ήρωές τους και να τους ψυχογραφήσουν βαθύτερα. Οι ποιητές συνήθως αλληγορούν. Χρησιμοποιούν το γήπεδο και το θεατρικό έργο δύο πράξεων (τριών ή τεσσάρων, επί παρατάσεως και πέναλτι) που ξεδιπλώνεται στην επιφάνειά του σαν ευανάγνωστη μεταφορά. Σαν ευκαιρία αναπαράστασης άλλου είδους αγώνων – κοινωνικών, υπαρξιακών, πολιτικών, εθνικών. 

Οσο χαλαρότερη ή εξωτερικότερη είναι η σχέση των ποιητών με τα της μπάλας τόσο συμβατικότερη ή προσχηματικότερη μοιάζει η αναπαράσταση που επιχειρούν, όπως δείχνουν πιστεύω οι στίχοι που ακολουθούν. Και πρώτα ένα απόσπασμα από τις «Γειτονιές του κόσμου» του Γιάννη Ρίτσου (1957): «Ομορφα που ’παιζε ο Παυλής – ονειρευόμασταν δικοί και ξένοι / όταν τον βλέπαμε το απόγευμα να παίζει στο γήπεδο της γειτονιάς με τις αγριομολόχες / ονειρευόμασταν μεθαύριο που θα γίνει ο αρχηγός του κόκκινου ποδόσφαιρου της Λαϊκής Δημοκρατίας μας. […] Γιατί ο Παυλής αν και ξυπόλυτος έπαιζε, Τζον, σ’ όλες τις θέσεις / και κυνηγός και μπακ και σέντερ-χαφ (στη γλώσσα σου τα λέμε Τζον) – / ακόμα και τερματοφύλακας – τον καμάρωνε η μάνα του / και μεις τον καμαρώναμε […] – τον καμαρώναμε, Τζον, κι ονειρευόμασταν – / κάτι γερές κλωτσιές, απ’ το ’να τέρμα στ’ άλλο, / φώναζε κι η μαρίδα της γειτονιάς – τόσο γερές κλωτσιές – / τόσο που παραξενευτήκαμε, Τζον, που δεν κατάφερε / στο τελευταίο του παιχνίδι να δώσει μια κλωτσιά από κείνες τις γνωστές του / και να τινάξει, Τζον, το τανκ σου ώς το Λονδίνο / ώσμε την κούτρα, Τζον, του κ. Τσώρτσιλ σας. / Μα ήταν, βλέπεις, ξυπόλυτος. Τι να σου κάνει; / Σου μιλάω για τον Παυλή που ’χε πουλήσει τα παπούτσια του – δεν αξιώθηκε από τότε, Τζον, να ξαναβάλει παπούτσι στα ποδάρια του / κι έτσι ξυπόλυτος σκοτώθηκε ο Παυλής το Δεκέμβρη / κι έτσι ξυπόλυτα μείναν τα ποδάρια του. Δεν τα ’λιωσε το τανκ σου, Τζον, τα πόδια του / κι έτσι ξυπόλυτος, Τζον, έτσι ξυπόλυτος / ο Παυλής τώρα σεργιανάει στην αθανασία».

Απόσπασμα τώρα από το ποίημα του Νίκου Καρούζου «Αγχώδης εμπειρία» («Πενθήματα», 1969): «Τ’ απόγευμα της Κυριακής / ανοίγω το ραδιόφωνο / σηκώνω το καπάκι της σιωπής. / Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες. / “Εχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό / του πρώτου ημιχρόνου…” / Κατεβάζω το καπάκι. / Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε, / στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι; / Απολαμβάνω για λίγο / συντριπτική γαλήνη και ξανανοίγω. / “Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης / και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση / προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι / μαρκάρεται όμως από τον Πονεμένο…” – / κλείνω».

Τέλος, οι διάσημοι καταληκτικοί στίχοι του ποιήματος του Εγγονόπουλου «Στα γκωλ-ποστ» («Η κοιλάδα με τους ροδώνες», 1978): «ένα σας λέω: / όλοι να τρέξουμε αμέσως / στα γκωλ-ποστ / παιδιά! / στα γκωλ-ποστ! / στα γκωλ-ποστ! / άγρυπνοι / –ακοίμητοι φρουροί / πανέτοιμοι / το μάτι εδώ / το μάτι εκεί / να γρηγορούμε // μην αρχινίσουνε να πέφτουνε / τα τέρματα / βροχή / και ηττηθούμε». 

Και άλλοι ποιητές χρησιμοποίησαν σαν θέμα τους το ποδόσφαιρο, λ.χ. ο Εκτορας Κακναβάτος, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Τάκης Καρβέλης, ο Ανέστης Ευαγγέλου και βέβαια ο Αρης Δικταίος, ο οποίος αφιέρωσε το ποίημα «Επίνικος Μήτσω Υφαντίδη, Πειραιεί, ποδοσφαίρα» στον Ηλία Υφαντή του Ολυμπιακού («Πολιτεία», 1959). Η γενιά του ’70 έχει προσφέρει τους περισσότερους ποδοσφαιρόθεμους στίχους. Πολλά μέλη της, εξοικειωμένα με το ποδόσφαιρο, ενισχύουν το κείμενό τους (συστηματικά ή σποραδικά) με εικόνες των γηπέδων ή με σχήματα και θραύσματα της γλώσσας που δεσπόζει εκεί. Σχεδόν όλοι οι άρρενες εταίροι της (και πάντως καμία από τις ποιήτριες της συγκεκριμένης γενιάς, όσο μπορώ να γνωρίζω) δανείστηκαν λίγο ή πολύ από την ποδοσφαιρική τράπεζα: Γιάννης Βαρβέρης, Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Πατίλης, Χριστόφορος Λιοντάκης, Λευτέρης Πούλιος, Μιχάλης Γκανάς, Μίμης Σουλιώτης, Δημήτρης Καλοκύρης, Κώστας Παπαγεωργίου, Διονύσης Σαββόπουλος, Κώστας Σοφιανός, Γιώργος Χρονάς. 

Ο συχνότερος ποιητικός επισκέπτης των γηπέδων, όχι μόνο της γενιάς του ’70 αλλά και γενικότερα, πρέπει να ήταν ο Βασίλης Στεριάδης (1947-2003). Σημαδιακοί οι τίτλοι των τελευταίων συλλογών του: «Ο προπονητής παίκτης» (1992) και «Χριστούγεννα της ισοπαλίας» (2002). Στα γνωστότερα ποιήματα της γενιάς αυτής συγκαταλέγεται η «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου» του Γιώργου Μαρκόπουλου, που αφορμάται ρητά από τον «Επίνικο» του Δικταίου για τον Υφαντή. 

Πλην της επώνυμης ποδοσφαιρόθεμης λογοτεχνίας υπάρχει και η ανώνυμη, δεκαπεντασύλλαβη συνήθως και ομοιοκατάληκτη. Αρκετά γηπεδικά συνθήματα και τραγούδια, και πρωτίστως όσα δεν συντάσσονται από τον νταηλίδικο σεξισμό, έχουν τη χάρη τους. Αλλά γι’ αυτά ίσως μια άλλη φορά.