ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Θάνατος και η Κόρη

Ερχονται κάποιες νύχτες που ξυπνάω μέσα στο σκοτάδι, σηκώνομαι και πάω και τις κοιτάζω. Δεν ξέρω τι ακριβώς πάω να φροντίσω. Και οι δύο κόρες μου κοιμούνται ήσυχα στα κρεβάτια τους. Τι θα μπορούσαν να πάθουν;

Είναι όμως κάτι που μου συμβαίνει –αυτή η ακαθόριστη, θολή ανησυχία– κάθε φορά που διαβάζω ειδήσεις σαν και αυτή από τα Γλυκά Νερά και τη Φολέγανδρο. Ή της Ελένης Τοπαλούδη, λίγο παλαιότερα.

Σκέφτομαι ότι κάτι ανάλογο μπορεί να έκανε και ο πατέρας ή η μητέρα ενός τέτοιου κοριτσιού όταν ήταν μικρή. Να τις κοιτάζουν μέσα στη νύχτα, ότι είναι σκεπασμένες, ότι δεν έχουν ιδρώσει, ότι δεν έχουν εφιάλτες.

Σκέφτομαι ότι ίσως κάτι τέτοιο να έκαναν και αυτοί οι γονείς βλέποντας τα κορίτσια τους να μεγαλώνουν. Θα φρόντιζαν να είναι ασφαλή. Για να ζήσουν τη ζωή τους. Και να μη βρεθεί κάποιος και να τα πνίξει με ένα μαξιλάρι ή να τα σπρώξει στα βράχια ή να κάνει κάτι ακόμα πιο ειδεχθές, όπως στην υπόθεση της Τοπαλούδη. 

Ξέρεις ότι τότε δεν θα είσαι εκεί, μαζί της, να μπεις ανάμεσα σε αυτόν και σε εκείνη. Ανάμεσα στον Θάνατο και στην Κόρη. Θα ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα και θα πας στο παιδικό της δωμάτιο, αλλά εκείνη δεν θα είναι εκεί.

Κανονικά, αυτό είναι το ωραίο, το φυσικό: το παιδί να έχει γίνει κοπέλα, γυναίκα, και να τραβάει τον δρόμο της, να γνωρίζει αγόρια, να γιορτάζει το σώμα της, να ερωτεύεται, να εργάζεται, να ζει.

Και κάπου εκεί, να παραμονεύει ο εφιάλτης με τη μορφή ενός άνδρα με διογκωμένο εγώ, ακριβώς επειδή έχει έναν τόσο ελλειμματικό εαυτό. Για να την εμποδίσει να ζήσει κάποιος που θέλει να αισθανθεί «πολύ άνδρας», ακριβώς επειδή είναι τόσο λίγο: ξίγκια από φονικούς μυς.

Ο Θάνατος είναι ένα ζωντανό πτώμα που έχει τη μορφή ενός «κανακάρη», ενός αγοριού που δεν θα μεγαλώσει ποτέ για να γίνει άνδρας. Ο Θάνατος έχει τη μορφή ενός κουτού αγοριού που θα αναρωτιέται πώς έγινε και βρέθηκε στη φυλακή.

Στο μεταξύ, η Κόρη (μία ακόμα…) έχει χαθεί. Εχει απομείνει η εικόνα ενός κοριτσιού που κοιμάται ήσυχο τις νύχτες κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των γονιών του. Ο χρόνος σταμάτησε εκεί.

Είναι λες και εκείνο το αριστουργηματικό δεύτερο μέρος του κουαρτέτου εγχόρδων «Ο Θάνατος και η Κόρη» ο Φραντς Σούμπερτ να το έγραψε για όλα αυτά τα κορίτσια που δεν τα άφησαν ποτέ να ζήσουν.