ΑΠΟΨΕΙΣ

«Δεν μπορώ» ή «τι μπορώ να κάνω»;

den-mporo-i-ti-mporo-na-kano-561445426

Από την αρχή της πανδημίας έχουμε παρακαλέσει τη μητέρα μας να μην πηγαίνει στην εκκλησία, στο Καρπενήσι. Ευτυχώς μας άκουσε. Σε ηλικία 83 ετών, δις χειρουργημένη στην καρδιά και μία στους πνεύμονες, ανήκει στις κατεξοχήν ευπαθείς ομάδες. Αν μολυνθεί, τη χάσαμε. Εννοείται ότι είναι πλήρως εμβολιασμένη.
Την περίοδο έξαρσης κρουσμάτων, η εκκλησία μας κατέστη υπερ-μεταδότης του κορωνοϊού. Ο μεγαλύτερος από τους δύο ιερείς νόσησε σοβαρά, ενώ νόσησαν επίσης ο τοπικός μητροπολίτης, εκκλησιαστικοί επίτροποι, και αρκετοί πιστοί. Θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αρκετές λοιμώξεις αν οι ιερείς ζητούσαν από τους πιστούς να φοράνε μάσκα στην εκκλησία. Οχι μόνο δεν το έκαναν αλλά ο μητροπολίτης Καρπενησίου Γεώργιος ισχυρίστηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο ότι «στην Ευρυτανία δεν χρειάζονται μέτρα»!

Πριν από λίγες μέρες, ο αναπληρωτής υπουργός κ. Πέτσας επισκέφθηκε τον κ. Γεώργιο προκειμένου να ζητήσει τη συνδρομή του στην κυβερνητική καμπάνια υπέρ του εμβολιασμού. Αργησε να το κάνει έναν ολόκληρο χρόνο. Πέρυσι τον Αύγουστο, με αφορμή την κηδεία ενός θείου μου, είχα γράψει πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν οι ιερείς μας, άνθρωποι με ισχυρή τοπική επιρροή, ακολουθούσαν το παράδειγμα του Οικουμενικού Πατριάρχη, φορώντας μάσκα στην εκκλησία («Ο ηγέτης ως υπερμεταδότης», «Καθημερινή», 16/8/21).

Ο μητροπολίτης υποδέχθηκε ευγενικά τον κ. Πέτσα αλλά αρνήθηκε να συνδράμει τη συλλογική προσπάθεια. Με εξέπληξε. Ο κ. Γεώργιος μας είχε δώσει θετικά δείγματα γραφής μέχρι τώρα – προσηνής, δίχως διδακτισμό, με καλή παιδεία, κέρδισε την εκτίμηση του ποιμνίου. Αναζήτησα το σκεπτικό του στον τοπικό Τύπο («Ευρυτανικά Νέα, 15/7/21). Η έκπληξή μου μετατράπηκε σε απογοήτευση όταν διάβασα αυτά που είπε στον κ. Πέτσα: «Δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά των εμβολιασμών. Ο καθένας είναι ελεύθερος να λειτουργήσει και να σκεφθεί όπως θέλει. Σίγουρα για το κοινωνικό καλό πρέπει οι άνθρωποι να εμβολιαστούν, αλλά επειδή υπάρχουν και ενστάσεις […] είμαστε μια κλειστή κοινωνία και αν κάτι προκύψει, μια παρενέργεια σε κάποιον, δεν θα ήθελα να μου πουν ότι “με ώθησες να κάνω το εμβόλιο και έχω προβλήματα τώρα”».

Σε άλλο σημείο ανέφερε: «Στοχοποιηθήκαμε σαν θεσμός […] κατακρινόμαστε από όλους, περπατάμε σε τεντωμένο σκοινί. […] Σε πολλές περιπτώσεις έχουμε μείνει μόνοι. […] Οι εκκλησίες, ειδικά στα χωριά είναι άδειες. […] Οπου μπορούμε θα βοηθήσουμε αλλά σας λέω ανοιχτά και επίσημα δεν μπορούμε, δεν μπορώ εγώ. Μακάρι όλα να πάνε καλά, να τελειώσουμε με αυτή τη δοκιμασία, […] αλλά δεν μπορώ να γίνω επιτακτικός».

Αυτά δεν είναι λόγια υπεύθυνου ηγέτη αλλά χολωμένου παρατηρητή.

Πρώτον, ο ηγέτης προπορεύεται, δείχνει τον δρόμο, δεν δηλώνει αγνωστικιστής – είναι ο μόνος που δεν έχει την πολυτέλεια του σχετικισμού. Ως ποιμενάρχης, θέτει το πλαίσιο συμπεριφοράς – προτρέπει, κατευθύνει, δίνει εντολές. Εμείς είμαστε ελεύθεροι να μείνουμε ή όχι εντός του πλαισίου, αλλά για τον ηγέτη πρώτιστο μέλημα είναι, ex officio, η έμπρακτη δέσμευσή του σε κατευθυντήριες αρχές. Ο ηγέτης που αποποιείται την ευθύνη της δέσμευσης (και τη λογοδοσία που αυτή επιφέρει), δεν ηγείται, απλώς «προεδρεύει» – εκλαμβάνει τα πρωτεία του ως προβολή, όχι ως ποιμενική ευθύνη. Μη έχοντας επίγνωση της συμβολικής του ισχύος, αυτοακυρώνεται.

Δεύτερον, οι «ενστάσεις» στις οποίες αναφέρεται ο Σεβασμιώτατος είναι τόσο ισχυρές όσο αυτές των εταιρειών καπνού παλαιότερα για τη σχέση του καπνίσματος με τον καρκίνο του πνεύμονα, των αρνητών της κλιματικής αλλαγής σήμερα, ή των υποστηρικτών του Τραμπ ότι τους «έκλεψαν τις εκλογές» – στερούνται γνωστικής εγκυρότητας, είναι αβάσιμες. Η συντριπτικά κυρίαρχη επιστημονική άποψη, τεκμηριωμένη με πληθώρα μελετών και εμπειρικών τεκμηρίων, είναι ότι το εμβόλιο είναι ελεγμένα ασφαλές και οι παρενέργειές του ελαχιστότατες. Οποιος θέλει να ξαναγεμίσουν οι εκκλησίες, να ξαναπάνε τα παιδιά σχολείο και να ξαναλειτουργήσει πλήρως η οικονομία, ξέρει τι πρέπει να κάνει – να συμβάλει ενεργά στον μαζικό εμβολιασμό και στην τήρηση των μέτρων.

Τρίτον, το «μακάρι να πάνε όλα καλά» είναι, σε συνθήκες πανδημίας, ένα αφελές ευχολόγιο. Είναι σαν να πολεμάς και να εύχεσαι απλώς τη νίκη. Ξεχνάς ότι για «να πάνε όλα καλά», πρέπει να συμβάλεις κι εσύ στην κοινή προσπάθεια. Δεν παρατηρείς ανήμπορος ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται, αλλά την πορεία μιας ασθένειας που μπορείς να επηρεάσεις. Δεν είσαι ένας ανεξάρτητος παρατηρητής, αλλά ένας ενεργός συμμέτοχος στην κοινότητα που υπηρετείς. Τι κάνεις, λοιπόν, από τη θέση σου, για να πάνε όλα καλά; Πώς συμβάλλεις στο κοινό καλό;

Τέταρτον, ακόμη κι αν έχει στοχοποιηθεί η Εκκλησία (αμφιβάλλω – η κριτική είναι το οξυγόνο της ελεύθερης κοινωνίας), ο χριστιανός πνευματικός ηγέτης υπερβαίνει την εχθρότητα των αντιπάλων του, μιμούμενος τον Κύριό του: παραμερίζει την πικρία του, αναγνωρίζει ελαφρυντικά άγνοιας στους διώκτες του, και θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ποιμνίου του.

Ο ηγέτης-ποιμήν διακινδυνεύει, περπατάει συχνά σε τεντωμένο σκοινί και πορεύεται τον δύσκολο δρόμο, γιατί είναι ταγμένος να υπηρετεί. Ο ποιμενάρχης δεν λέει «δεν μπορώ», αλλά «τι μπορώ να κάνω».
 
* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.