ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύο – τρία χρόνια ευφορίας ή πραγματική ανάπτυξη;..

Λεφτά, λοιπόν, υπάρχουν. Μέσα στα επόμενα δύο – τρία χρόνια θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι πόροι του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, τα γνωστά 32,5 δισ. ευρώ, τα οποία, μαζί με τα ιδιωτικά κεφάλαια που θα προσελκύσουν, θα σχηματίσουν ένα χρηματοδοτικό πακέτο της τάξης των 57 δισ. Σε αυτά θα προστεθεί το ΕΣΠΑ 2021-27 που (με τα 5,3 δισ. ευρώ της εθνικής συμμετοχής) φτάνει στα 26,1 δισ. και, μαζί με την προβλεπόμενη ιδιωτική συμμετοχή, θα σχηματίσει ένα χρηματοδοτικό πακέτο της τάξης των 34 δισ. ευρώ. Μέσα στα λίγα επόμενα χρόνια, σε μια οικονομία που έχει επενδυτικό κενό περίπου 100 δισ. ευρώ, μπορεί να διοχετευτούν πάνω από 90 δισ. ευρώ. Κι όχι μόνο.

Θα ήταν λογικό να προστεθεί σε αυτά κι ένα μέρος από τα 19,3 δισ. ευρώ που θα λάβει η χώρα μας τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 2027, μέσω της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Βεβαίως, ό,τι κι αν λέγεται, ένα μέρος τους θα πάει σε εισοδηματικές ενισχύσεις (ας μην ξεχνιόμαστε, το μισό ετήσιο εισόδημα του Ελληνα αγρότη είναι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις…). Ωστόσο και από αυτά τα 19,3 δισ. μπορεί να μείνει ένα εντονότερο αναπτυξιακό αποτύπωμα, καθώς το κέντρο βάρους της νέας ΚΑΠ μετατοπίζεται από την απλή ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος στη στήριξη της παραμονής στην επαρχία, σε συνδυασμό με την παραγωγή δημόσιων αγαθών – περιβάλλον, ασφάλεια τροφίμων κ.λπ.

Από χέρι, λοιπόν, περίπου 110 δισ. ευρώ θα πέσουν στην ελληνική οικονομία μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια. Οι προκλήσεις είναι μεγάλες.

Από τις πιο «τεχνικές», όπως αυτή που προκύπτει επειδή ο όγκος των κεφαλαίων του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης θα διοχετευτούν σε πολιτικές και δράσεις που είναι παρεμφερείς ή ταυτίζονται, με συνέπεια να υπάρχει κίνδυνος επικαλύψεων και, τελικά, σπατάλης πόρων. Εως τις πιο πολιτικές: Θα μπορέσουν ο κρατικός και ο ιδιωτικός τομέας να προλάβουν να απορροφήσουν τους πόρους με τρόπους που θα πιάνουν τόπο, σε προγράμματα, έργα, δράσεις που θα αναβαθμίζουν την ποιότητα της κρατικής παρέμβασης, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων με κριτήρια βιωσιμότητας, τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού; Στο τέλος της ημέρας θα έχει αναπτυχθεί ένα διαφορετικό παραγωγικό πρότυπο ή θα διαιωνίζεται η βασιλεία του σημερινού, παρασιτικού μοντέλου;..

Το καλό σενάριο είναι να αλλάξει η χώρα τροχιά, η ελληνική κοινωνία να εκσυγχρονιστεί και να γίνει πιο δίκαιη, η ελληνική οικονομία να κερδίσει μια νέα, αναβαθμισμένη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Το κακό σενάριο είναι να ξοδευτούν αυτοί οι πόροι χωρίς να λυθούν χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα και χωρίς να ανατραπούν οι κακές παραδόσεις της συναλλαγής και των πελατειακών σχέσεων. Να περάσουμε, δηλαδή, δύο – τρία χρόνια (περίπου τόσα, όσο θα γίνεται η κατανομή των 110 δισ.) σε κλίμα επίπλαστης ευφορίας, με συνοδευτικές φούσκες στα ακίνητα, ίσως αργότερα και στο Χρηματιστήριο, με την οικονομική μεγέθυνση να αφήνει πολλούς απέξω, να μη διαχέονται τα οφέλη της ευρύτερα και οι ανισότητες να διευρύνονται. Οικονομική μεγέθυνση δεν συνεπάγεται αυτομάτως μείωση των ανισοτήτων, πολλές φορές και ιδιαίτερα βραχυ- και μεσοπρόθεσμα μπορεί να συντείνει στη διεύρυνσή τους. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Είναι πολύ διαφορετικό και με τελείως διαφορετικά αποτελέσματα αν ένας ρυθμός μεγέθυνσης προκληθεί από την επενδυτική/επιχειρηματική δραστηριότητα πολύ λίγων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, με σχετικά περιορισμένη κινητοποίηση εσωτερικών πόρων και με υψηλές εισαγωγές, και διαφορετικό αν ο ίδιος (ή, ακόμα, κι ένας ελαφρώς μικρότερος) ρυθμός μεγέθυνσης επιτυγχάνεται με την ευρεία κινητοποίηση επιχειρήσεων, εργασίας και πρώτων υλών στο εσωτερικό της χώρας. Η διάχυση του οφέλους της μεγέθυνσης τής προσδίδει σταθερότητα και, ταυτόχρονα, ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Η ιδιοποίηση του οφέλους της μεγέθυνσης από λίγους διαχέει το αίσθημα της αδικίας, εντείνει την κοινωνική δυσφορία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά, και, τελικά, αποδυναμώνει το ίδιο το αναπτυξιακό αποτύπωμα.

Αυτά δεν τα έχουμε αποφύγει ούτε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Θα φανεί αν μάθαμε από τα παθήματα.