ΑΠΟΨΕΙΣ

Με αδέκαστο σέβας στα πάθη της αγάπης

me-adekasto-sevas-sta-pathi-tis-agapis-561453910

Στα χρόνια της Επανάστασης, το 1825, η Χριστίνα Αναγνωστοπούλου, δεκαοχτάχρονη «δεσποινίς εξόχου και σπανίας ωραιότητος», από τη Νεμνίτσα της επαρχίας της Καρύταινας, αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους. Την ερωτεύεται «μανιωδώς» ο Αλβανός Αχμέτ μπέης και αποκτά μαζί του έναν γιο. Το 1828, 3.000 Οθωμανοί αποσκιρτούν από το στρατόπεδο του Ιμπραήμ και ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να τους επιτρέψει να διαφύγουν στη Ρούμελη. Οι Ελληνες συμφωνούν, υπό τον όρο να ερωτηθούν όλοι οι αιχμάλωτοι των Οθωμανών, άντρες και γυναίκες, αν θέλουν να φύγουν ή να μείνουν με τους Ελληνες. «Τι είσαι; Χριστιανός ή Τούρκος;», αυτό ήταν το αποφασιστικό ερώτημα. Η Χριστίνα, «χωρίς να συλλογισθή ούτε πλούτον, ούτε αγαθά, ούτε καν ότι ήτο μήτηρ τέκνου», δηλώνει χριστιανή και «δακρυρροούσα καταφιλεί τους πόδας και τας χείρας του πατρός της». 

Οι εντός εισαγωγικών φράσεις παραπάνω αποσπώνται από την «Υπόθεσιν» που προτάσσει ο Λευκαδίτης δραματικός ποιητής Ιωάννης Ζαμπέλιος στην τραγωδία του «Χριστίνα Αναγωστοπούλου», που εκδόθηκε το 1844. Ο Αχμέτ Μπέης του Ζαμπέλιου, αλλά και της ιστορημένης πραγματικότητας, είναι βαθιά πληγωμένος από τον έρωτα. Το λέει στη Χριστίνα η θεράπαινά της η Ζωή: «Πώς σ’ αγαπά, Χριστίνα, ο Τούρκος ούτος! / Μία σου μόνη ομματιά φωτίζει / το σκότος της ψυχής του· και η γλυκύτης / των λόγων σου δαμάζει τον αιμοβόρον, / άγριον της ερήμου λέοντα τούτον».

Η ίδια η Χριστίνα δεν είναι αδιάφορη. «Το πρόσωπόν του / ωραίον είναι, κ’ εύμορφος η ψυχή του» παραδέχεται. Κι ακόμα περισσότερο: «Πλέον ακόμη τούτων του των αλύσων, / με δένουσι και είμαι πιστή κ’ ευγνώμων, / οι ευγενείς του τρόποι». Ομολογεί ότι θα έχυνε ευχαρίστως «του αίματός της / την έσχατον ρανίδα», ώστε «να τον αγαπήση αφόβως», οργίζεται όμως την ίδια στιγμή στο ενδεχόμενο «να σφίγξει / ένα εχθρόν του Γένους». Κι αν ένα βράδυ δεν τη σαγήνευε το γλυκύ μειδίαμα του κοιμωμένου, θα τον σκότωνε με το ίδιο του το μαχαίρι, στα χνάρια της Εβραίας Ιουδίθ, που μια φορά κι έναν καιρό σκότωσε τον Ολοφέρνη, αρχιστράτηγο των Ασσυρίων, αφού πρώτα τον μέθυσε, για να σώσει την πολιορκούμενη πόλη της. Η Χριστίνα πνίγει και τα ερωτικά της αισθήματα και τη μητρική της στοργή, επειδή, όπως η ίδια λέει στον Αχμέτη: «Η ψυχή μου / δεν είναι ιδική μου· ανήκ’ εις άλλον· / εις τον Θεόν μου και Πλάστην μου, εκείνον».

«Η τελική απόφαση της Χριστίνας», γράφει ο Αλέξης Πολίτης, στο βιβλίο του «Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος (1830-1880): ποίηση – πεζογραφία – θέατρο – πνευματική κίνηση – αναγνώστες» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017) «είναι εθνική –και πατροκεντρική, βέβαια–, αλλά το ενδιαφέρον είναι πως ο Ζαμπέλιος ξεπερνά ώς ένα σημείο τα εθνικά στερεότυπα. […] ο συγγραφέας όχι μόνο αποτολμά το ανήκουστο, δική μας να αγαπά Τούρκο, μα καταφέρνει και να το δείξει – κάτι που νομίζω δεν το έχει πετύχει άλλος συγκαιρινός του. […] Και γενικότερα, όχι μόνον ο Αχμέτ, παρά κι οι άλλοι Τούρκοι, δεν περιγράφονται ως απάνθρωπα όντα· είναι περήφανοι, καλοί πολεμιστές, και ο λόγος του συγγραφέα υψώνεται ενίοτε πάνω από τις συμβατικές συμβάσεις».

Στο δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε για τη Χριστίνα ή Χριστίτσα είναι εξαιρετική η στάση του λαϊκού ποιητή: Δεν επιλέγει να υμνήσει τον παράφορο πατριωτισμό της Ελληνοπούλας αλλά, με αδέκαστο σέβας στα πάθη της αγάπης, όποια κι αν είναι τα θύματά της, δίνει τον λόγο στον ερωτόπληκτο ξένο, για να ιστορήσει μόνος του τον καημό του. Ο Αλβανός σύζυγος της Χριστίτσας, ανώνυμος στο τραγούδι, αρνείται τα τετελεσμένα και εύχεται το αδύνατο, ώστε να μη χάσει την αγαπημένη του, που ωστόσο έχει ήδη φύγει. Εμβληματικός ο έκτος στίχος, «Να γύριζ’ ο ντουνιάς τροχός σαν πώς γυρίζ’ η ρόδα», συνοψίζει με άκρα λιτότητα και ευθυβολία την επιθυμία οποιουδήποτε κακόπαθε στον έρωτα ή γενικότερα στον βίο του.

Ο σεβνταλής του μοραΐτικου τραγουδιού κολυμπάει αναπόταμα στον χρόνο για να σώσει τον έρωτά του. Δεν θέλει να ξέρει, όπως αναρίθμητοι άλλοι, όποιας φυλής, θρησκείας και εποχής, ότι δεν γίνεται να μπει κανείς δυο φορές στο ίδιο ποτάμι. Ο δημοτικός τραγουδιστής, συμμεριζόμενος τον αλλότριο πόνο, προσφέρει ένα πολύτιμο δώρο: Δίνει στον άτυχο του έρωτα το δικαίωμα να γιατρέψει την πληγή του τραγουδώντας την. Να δοκιμάσει έστω να τη γιατρέψει, όπως δοκίμασε ο Πολύφημος να ανακουφίσει τον πόνο του για την ανένδοτη θαλασσοκόρη Γαλάτεια στο βουκολικό ειδύλλιο του Θεόκριτου «Κύκλωψ». Και του δίνει αυτό το δικαίωμα παραμερίζοντας το υψηλότατο εμπόδιο της διαφορετικής (αλλά και αντίπαλης στα πεδία των μαχών) φυλής και θρησκείας. 

Το 1959, πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη δημοσίευση του τραγουδιού από τον Παναγιώτη Παπαζαφειρόπουλο το 1887, ο Ελληνοαμερικανός εθνομουσικολόγος Σωτήρης (Sam) Τσιάνης, γιος μετανάστη από το Βαλτέτσι, καταγράφει στη Βυτίνα μια ολιγόστιχη παραλλαγή της «Χριστίτσας», «εξοπλισμένος με μηχανήματα ηχογράφησης και φορητή γεννήτρια που λειτουργούσε με βενζίνη», όπως σημειώνει η Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη στο βιβλίο «Δημοτικά τραγούδια από τη Βυτίνα Αρκαδίας», που εκδόθηκε το 2013 από το Κοινωνικό και Πολιτιστικό Ιδρυμα Τρύφωνος Θαλασσινού με επιμέλεια της Βασιλικής Χρυσανθοπούλου. Οπως φανερώνουν όσα είπε στον συλλογέα ο Γεώργιος Σταυρόπουλος, που τραγούδησε τη «Χριστίτσα» για να καταγραφεί, το τραγούδι δεν σώθηκε αποκομμένο από το ιστορικό γεγονός που το γέννησε, όσο κι αν η συλλογική μνήμη δεν διέσωσε επακριβώς όλες τις πτυχές της ιστορίας:

«Εδώ στο χωριό, στη Νεμνίτσα, ήτονε μια διάσημη κοπέλα, πολύ ωραία κοπέλα, και την πήρε ένας Τούρκος, την είχε γυναίκα του πολλά χρόνια. Αλλά τον καιρό που άρχισε να γίνεται η ανταλλαγή πληθυσμών και ήτανε το πέρασμα στην Καρύταινα, εν τω μεταξύ η Χριστίτσα είχε και δυο αδέρφια αρματολούς, του Κολοκοτρώνη μπουλούκι. Λοιπόν, ήτανε μια φορά από δω Τούρκοι κι απ’ εκεί Ελληνες. Ενας ένας που πέρναγε: -Με ποιον θα πας; -Με τους Τούρκους. -Εμπρός, εσύ με ποιον θα πας; -Με τους Ελληνες. Ε, και ούτω καθεξής εγινότανε. Λοιπόν, ήρθε η εποχή εκείνη, τότε ο Τούρκος έφυγε και επειδή έφυγε ο Τούρκος, είχε μεγάλο παράπονο, ήθελε τη Χριστίτσα να την έχει γυναίκα του, να ειπούμε».

Η παραλλαγή του Τσιάνη: «Αν το ’ξευρα, Χριστίτσα μου, χρυσή μου Πανοπούλα, / δεν σ’ έστελνα ν-α-από στεριά, χρυσή μ’ αγάπη, ν-από στεριά, /  δεν σ’ έστελνα ν-από στεριά, παρά με το καράβι. / Στην Πάτρα για να σμίξουμε, χρυσή μ’ αγάπη, να σμίξουμε, / στην Πάτρα για να σμίξουμε, στα Γιάννενα να πάμε, / και θα σε ντύσω στο φλωρί, μωρ’ Πανοπούλα μου, στο φλωρί».

Η Ελληνίδα και ο αλλόθρησκος σύζυγός της δεν ξανάσμιξαν ποτέ. Σύμφωνα όμως με μια συγκινητική πληροφορία που παρέχει η Χρυσανθοπούλου, «ο απαρηγόρητος Αχμέτ, του οποίου τα συναισθήματα θλίψης για την απώλεια της Χριστίτσας εκφράζει το τραγούδι, για να την ευχαριστήσει της έστειλε τον γιο της».