ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελίζα Βόζεμπεργκ: Η φόρτιση της ελαφρότητας και η λαχτάρα για μια καταστροφή.

eliza-vozempergk-i-fortisi-tis-elafrotitas-kai-i-lachtara-gia-mia-katastrofi0Μπορεί να το πεις στον διπλανό σου και να ακουστεί λογικό. Ή χαριτωμένο. Μπορεί να το εξαπολύσεις πανομοιότυπο στα κοινωνικά δίκτυα και να αντηχήσει σαν ασήκωτη χοντράδα. Σε αυτή τη σχισμή, μεταξύ άμεσης και διαδικτυακώς διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, έπεσε, όπως χιλιάδες άλλοι, η Ελίζα Βόζεμπεργκ. Γράφοντας στο Twitter μάλλον χωρίς επίγνωση ότι θα ακουστεί ως δημόσιο πρόσωπο, η ευρωβουλευτής της Ν.Δ. αναρωτήθηκε τσιριχτά «ΤΙ ΘΑ ΠΑΘΟΥΜΕ;» αν δεν βάλουμε κουζίνα και πλυντήριο για τρεις μέρες και «φάμε καμιά σαλάτα ή καμιά πίτσα».
 
Αν τη μετρήσει κανείς σαν δήλωση στελέχους κυβερνώσας παράταξης –που διατείνεται ότι βρίσκεται σε εγρήγορση για τις υποδομές, έχει αναδιοργανώσει την πολιτική προστασία, ενώ έχει καταρτίσει και ατζέντα αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής–, η ανάρτηση Βόζεμπεργκ ισοδυναμεί με επικοινωνιακό αυτοτσουρούφλισμα. Αν, πάλι, την εκλάβει σαν ριπή ελαφρότητας από ένα πρόσωπο που βρέθηκε στην πολιτική διασχίζοντας το αχνό σύνορο που τη χωρίζει από την κοσμική τηλεδιασημότητα, τότε μπορεί να προσπεράσει τη δήλωση σαν παράσιτο πρωινάδικης εμβέλειας.
 
Η πρώτη εκδοχή –της βαριάς πολιτικοποίησης– πάντα επικρατεί της δεύτερης,  που φιλτράρει τον ψηφιακό ποταμό των λόγων με γνώμονα το πολιτικό ανάστημα. Στο Ιντερνετ όλοι οι λόγοι είναι ίσοι. Μπορεί να διατυπώνονται «στο φτερό», αλλά διαβάζονται σαν να ήταν διακηρύξεις γραμμένες στην πέτρα. Κατόπιν αναλαμβάνει να τις πυρακτώσει με πολιτικό νόημα το αυτόματο κύκλωμα του φανατισμού.
 
Κανείς δεν είναι τόσο ασήμαντος ώστε να αξίζει μόνο καγχασμό. Τίποτα δεν είναι αρκετά ανόητο ώστε να μείνει εκτός πολιτικής αρένας. Οι εθισμένοι στην ψηφιακή δίαιτα της μισαλλοδοξίας και οι επαγγελματίες που την ενορχηστρώνουν περιμένουν με το μαχαίρι ήδη ζεστό από το προηγούμενο εικονικό μακέλεμα.

Ο καύσωνας και το ρεύμα· τα πρωθυπουργικά μπάνια και οι φωτιές· η Βόζεμπεργκ και η ενεργειακή κλάση της σαλάτας. Ολα γίνονται υλικό τής –επίσημης, μέσω ανακοινωθέντων– κομματικής αντιπαράθεσης. Ολα, μέχρι και οι γυναικοκτονίες. Απόδειξη ότι το χθεσινό έγκλημα ερμηνεύθηκε ως απότοκο του «σεξισμού των συντηρητικών δυνάμεων της πολιτικής και της εξουσίας» (Τσίπρας), για το οποίο «ο πρωθυπουργός πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του για δράση» (Γεννηματά). Στον ίδιο τόνο, οι «κυβερνητικές πηγές» απαντούν, ας πούμε, στον λαϊκισμό για τα μπάνια του πρωθυπουργού, με ίσο λαϊκισμό για τις βουτιές του Τσίπρα από τη θαλαμηγό το 2018.
 
Η έξαρση αυτής της ρητορικής –της καταστροφολογίας που, πριν από τη Βαρυμπόμπη, ακουγόταν σαν να καταριέται την καταστροφή επειδή αρνούνταν να συμβεί– επιβεβαιώνει ότι επιστρέφουμε στην ανώμαλη κανονικότητα του αενάως σπαρασσόμενου πολιτικού συστήματος. Του συστήματος που δεν μπορεί να συνεννοηθεί ούτε για την πανδημία, ούτε για την κλιματική αλλαγή, ούτε καν για το ευεργετικό μορατόριουμ των πλυντηρίων.