ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Τατόι που χάνουμε

Ηταν η διέξοδός μας τον καιρό των απανωτών lockdowns. Η πανδημία μάς οδήγησε στους καταπράσινους λόφους του, στα ξέφωτα και στα πανύψηλα δέντρα του. Οικογένειες με παιδιά, περιηγητές, αθλητές, το Τατόι είχε χώρο για όλους. Μαζί με καλάθια του πικ νικ, ψυγειάκια, μπάλες, ποδήλατα, ανακαλύψαμε ξανά την αξία του, αναπνεύσαμε τον καθαρό αέρα του, κάναμε βόλτες ανάμεσα στα μνημεία του και ξαπλώσαμε στο δροσερό χορτάρι απολαμβάνοντας τη σκιά των δέντρων του. Τα κτήματα ήταν μια από τις λίγες κοντινές, ημιορεινές αποδράσεις της Αθήνας όπου μπορούσες να χορτάσεις πράσινο και καθαρό αέρα κρατώντας αποστάσεις και βγάζοντας τη μάσκα σου. Αλλά και πριν από την πανδημία, χιλιάδες επισκέπτες απέδειξαν τη σημασία του και διέλυσαν τα ιδεολογικά κρατήματα που το εγκλώβιζαν στη σκιά. 

Τώρα, σχεδόν, όλα χάθηκαν.

Η οικολογική καταστροφή του Τατοΐου είναι ανυπολόγιστη. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η πυρκαγιά είναι ακόμα σε εξέλιξη, οι αναζωπυρώσεις είναι συνεχείς και είναι βέβαιο πως ένα μεγάλο τμήμα του ιστορικού πυρήνα του κτήματος έχει γίνει στάχτη. Μιλάμε για δάσος, κανονικό, με τη χλωρίδα και την πανίδα του, που η ταμπέλα τού «πρώην βασιλικού» δεν στερεί την οικολογική του σημασία και δεν μειώνει την αξία του ως κομμάτι του Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας.  

Κανείς δεν ξέρει ακόμη με ακρίβεια την έκταση της καταστροφής, αλλά είναι σίγουρο πως χιλιάδες στρέμματα παραδόθηκαν στις φλόγες. Από τη γνωστή ταβέρνα «Λεωνίδας», η φωτιά έκαψε όλο τον δρόμο μέχρι την Ιπποκράτειο Πολιτεία, όπως έλεγε χθες ο Νίκος Βασιλείου στην ΕΡΤ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Δρυμού. «To κομμάτι του δρυμού που είναι στους πρόποδες της Πάρνηθας έχει καεί όλο», είπε χαρακτηριστικά. 

Δεν είναι λοιπόν μόνο τα ιστορικά κειμήλια, τα έργα τέχνης, οι άμαξες, τα παλιά ανάκτορα, τα κοιμητήρια και τα υπόλοιπα κτίρια – μνημεία του Τατοΐου που δημιουργούσαν την αξία του. Ηταν το φυσικό τοπίο που αγκάλιαζε το ανακτορικό συγκρότημα και ασκούσε μια μοναδική γοητεία στους επισκέπτες.

Η υπεραξία του Τατοΐου είναι ιστορικά συνδεδεμένη με τη φύση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως η ίδια η αρχιτεκτονική των πρώην ανακτόρων στεκόταν με σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον αλλά και ότι το ίδιο το κτήμα ήταν παραγωγικό. Ζώα, φύση και άνθρωποι ζούσαν σε αρμονία μέσα σε κτίρια δωρικά που δεν ανταγωνίζονταν το φυσικό τοπίο. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Τι θα ήταν όμως το Τατόι χωρίς την πλούσια φύση του; Δυστυχώς θα το μάθουμε σύντομα. 

Η ίδια φιλοσοφία, του σεβασμού στο φυσικό περιβάλλον και της αναβίωσης της παραγωγικότητας του κτήματος, υπήρχε στα σχέδια του ΥΠΠΟΑ για την αξιοποίησή του. Τώρα, βέβαια, οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές. Το δάσος θα δημιουργηθεί ξανά –η αναδάσωση του εθνικού δρυμού είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη– αλλά θα πάρει χρόνια.

Προς το παρόν, ας αποχαιρετήσουμε έναν από τους τελευταίους πνεύμονες πρασίνου της Αττικής.