ΑΠΟΨΕΙΣ

Καίμε λιγνίτη, καίγεται η χώρα

Μέσα στον καύσωνα, όταν η ζήτηση για ενέργεια τις πολύ ζεστές ώρες της ημέρες εκτοξεύθηκε σε ύψη-ρεκόρ και ο κίνδυνος για μπλακ άουτ ήταν μεγάλος, ακούστηκε ξανά από κάποια Μέσα η άποψη ότι τελικά, για να εξασφαλίζουμε την ενεργειακή επάρκεια της χώρας μας, ο λιγνίτης είναι απαραίτητος. Πως όταν υπάρχουν τόσο δύσκολες και κρίσιμες συνθήκες, όπως αυτές που επικράτησαν το τελευταίο δεκαήμερο, το να καταργούμε ένα φθηνό καύσιμο που παράγεται εδώ, στη δική μας χώρα, είναι μια υπερβολική και επικίνδυνη πολυτέλεια.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που όταν εμφανίζονται τέτοιες κρίσιμες συνθήκες κάποιοι φτάνουν σε σημείο να χαρακτηρίσουν τη διατήρηση του λιγνίτη θέμα εθνικής ασφάλειας. Και πολλοί θεωρούν ότι η πρεμούρα μας να τον καταργήσουμε μέχρι το 2023 (την ώρα που χώρες όπως η Γερμανία, ας πούμε, έχουν πολύ πιο χαλαρό πρόγραμμα) είναι ένα μεγάλο λάθος. 

Είναι μια άποψη που μπορεί να μοιάζει λογική σε κάποιους. Γιατί πράγματι, ο λιγνίτης είναι ένα ορυκτό που το έχουμε στην Ελλάδα σε αφθονία, κυρίως στις περιοχές όπου έχουν χτιστεί γιγάντια εργοστάσια που τον καίνε για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Και, πράγματι, κάποτε ήταν ένα φθηνό ορυκτό καύσιμο, που εξασφάλιζε ότι η χώρα μας δεν θα εξαρτάται από εισαγωγές για ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών αναγκών της. 
Κάποτε. Οχι πια. 

Γιατί πλέον ο λιγνίτης δεν είναι καθόλου φθηνό ορυκτό καύσιμο. Μολονότι η εξόρυξή του είναι φθηνή, εδώ και κάμποσα χρόνια έχει φορτωθεί με έναν ευρωπαϊκό «φόρο», την τιμή δικαιωμάτων εμπορίας ρύπων. Από το 2005 όλες οι βιομηχανίες και οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας στην Ε.Ε. υποχρεούνται να πληρώνουν για το δικαίωμα να εκπέμπουν ρύπους στην ατμόσφαιρα. Αυτό σημαίνει ότι η ΔΕΗ, όταν παράγει ηλεκτρικό ρεύμα καίγοντας λιγνίτη –ένα εξαιρετικά «βρώμικο» καύσιμο, που εκλύει πάρα πολύ CO2 στην ατμόσφαιρα– πληρώνει. Και πληρώνει πολλά – εξαπλάσια το 2019 από ό,τι το 2013. Αυτό σημαίνει ότι η καύση του λιγνίτη πλέον είναι πανάκριβη.

Η Ελλάδα δεν εγκαταλείπει τον λιγνίτη επειδή ξαφνικά αγάπησε το περιβάλλον, το πράσινο και τις ΑΠΕ, αλλά επειδή δεν συμφέρει πια. Ολες οι μονάδες της ΔΕΗ που καίνε λιγνίτη είναι ζημιογόνες. Το 2019 εμφάνισαν ζημίες ύψους μισού δισεκατομμυρίου. Συνειδητοποιείτε το μέγεθος; Γι’ αυτό κλείνουν κυρίως, επειδή η ΔΕΗ (που μέχρι πρότινος ήταν υπό κατάρρευση, στο χείλος της χρεοκοπίας) δεν μπορεί να πληρώνει πια μισό δισ. τον χρόνο για να τις κρατά σε λειτουργία.

Αλλες χώρες έχουν μικρότερο πρόβλημα, είτε γιατί καίνε λιγότερο «βρώμικες» μορφές άνθρακα, οπότε μπορούν να κρατήσουν τις δικές τους μονάδες βιώσιμες για περισσότερο χρόνο, είτε για άλλους πρακτικούς λόγους. Αλλά στην Ελλάδα ο λιγνίτης πια είναι πανάκριβος και θα παραμείνει πανάκριβος, όσο η χώρα παραμένει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης τουλάχιστον. Και δεν ξέρω κανέναν που να ενδιαφέρεται για το θέμα της εθνικής ασφάλειας και να προτείνει στα αλήθεια την αποχώρηση από την Ε.Ε. και το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της.  

Και, βεβαίως, κανένας απολύτως δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη δαπάνη μισού δισ. τον χρόνο για μια διαδικασία που τελικά, από ό,τι αποδεικνύεται, μας κοστίζει στην πραγματικότητα και ανυπολόγιστα δισεκατομμύρια επιπλέον. 

Από τότε που ακούστηκαν εκείνες οι ενστάσεις περί πρόωρης απολιγνιτοποίησης, από εκείνες τις ημέρες στις οποίες το σημαντικότερο πρόβλημά μας ήταν πιθανά μπλακ άουτ, μερικές γιγάντιες και πολλές μικρότερες πυρκαγιές έκαναν την Ελλάδα στάχτη.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για πολλούς Ελληνες άλλαξε από το «μήπως πέσει το ρεύμα» στο «μήπως μας καεί το σπίτι». Καθώς ο ουρανός σκοτείνιασε σε όλη τη χώρα, έγινε ακόμα πιο κρυστάλλινα προφανές το γιατί, αν ήταν δυνατό, θα έπρεπε να σταματήσουμε να καίμε λιγνίτη, αυτό το εξαιρετικά βρώμικο καύσιμο, που εκλύει πάρα πολύ CO2 στην ατμόσφαιρα και έτσι συνεισφέρει ενεργά στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, που αυξάνει τη μέση θερμοκρασία του πλανήτη και οδηγεί πέραν πάσης αμφιβολίας σε μεγαλύτερους καύσωνες και περισσότερες, μεγαλύτερες και πιο έντονες δασικές πυρκαγιές σε όλο τον πλανήτη, όχι το 2023, αλλά χθες.