ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σκοτεινή πλευρά των αγορών και το έλλειμμα εμπιστοσύνης

Μία από τις αθέατες επιπτώσεις της πανδημίας είναι ότι κατέστησε απολύτως αναγκαίο το αίσθημα που είχαμε υποτιμήσει, την εμπιστοσύνη. Οι κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο αλλά και οι σημαντικές επιχειρήσεις προσαρμόζονται στην απαίτηση αυτή. Προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, των ενδιαφερόμενων μερών, των αγορών, να δείξουν ότι έχουν ενσυναίσθηση, αντιλαμβάνονται τις ανάγκες των άλλων και προσπαθούν να τις καλύψουν. Θέλουν να δείξουν ότι νοιάζονται.

Πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι κυβερνήσεις παρότι ήταν απροετοίμαστες για το ενδεχόμενο πανδημίας, κινήθηκαν σχετικά γρήγορα και κέρδισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το 2020, 51% των πολιτών των μελών ΟΟΣΑ δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τις κυβερνήσεις τους, ενώ μόλις δύο χρόνια πριν, η άποψη αυτή ήταν μειοψηφική.

Αλλά και στις επιχειρήσεις αλλάζει δραστικά η συμπεριφορά. Εταιρείες που είχαν ως μοναδική επιδίωξη την εξυπηρέτηση των μετόχων τους, στρέφονται στην εξυπηρέτηση όλων των ενδιαφερόμενων μερών, στα οποία εκτός από τους μετόχους περιλαμβάνουν: εργαζομένους, πελάτες, προμηθευτές, περιβάλλον, τοπικές κοινωνίες.

Οι εταιρείες προσπαθούν «να ακούσουν» κατ’ αρχήν τις επιθυμίες των ενδιαφερόμενων μερών και να εντάξουν στη στρατηγική τους κάτι από όλα αυτά. Και αυτό δεν γίνεται επειδή θέλουν να φαίνονται «καλοί» ή «συμπονετικοί», αλλά επειδή θεωρούν ότι είναι αποδοτικό. Ερευνα σε 615 εταιρείες σε αμερικανικά χρηματιστήρια την περίοδο 2001-15 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εκείνες που είχαν μακροπρόθεσμη οπτική σημείωναν βελτιωμένες επιδόσεις στα κέρδη, στα έσοδα, στις επενδύσεις και στις θέσεις εργασίας. Αλλες έρευνες διαπιστώνουν ότι εταιρείες με ισχυρές απαιτήσεις σε θέματα περιβάλλοντος και εταιρικής διακυβέρνησης έχουν υψηλότερη αντοχή κατά την περίοδο κρίσεων. Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά της αγοράς.
Ενδεχομένως δεν είναι τυχαίο ότι πριν από λίγους μήνες, περίοδο πανδημίας, η διεθνής αγορά κλονίστηκε από ένα αναπάντεχο σκάνδαλο. Εταιρεία με την ελληνοπρεπή επωνυμία Archegos, αποδείχθηκε αρχηγός στην αδιαφάνεια. Κατέρρευσε αφήνοντας ανοίγματα περίπου 10 δισ. δολ. σε τράπεζες. Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης είναι ότι η εταιρεία αυτή, που ανήκει στον Bill Hwang, Αμερικανό κινεζικής καταγωγής, λειτουργούσε ως family office, εταιρική μορφή που υποτίθεται ότι διαχειρίζεται την περιουσία μιας εύπορης οικογένειας. Αυτή όμως είναι συχνά πρόφαση και στην πραγματικότητα έχουν επενδυτική δραστηριότητα που δεν ελέγχεται από καμιά εποπτική αρχή, αποφεύγουν όλες τις διαδικασίες διαφάνειας, ακόμα και την απλή υποχρέωση δημοσίευσης ισολογισμού. Στην πράξη, τα family offices είναι η «μαύρη τρύπα» της διεθνούς οικονομίας, καθώς λειτουργούν ανεξέλεγκτα με την πρόφαση ότι διαχειρίζονται ιδιωτικά κεφάλαια. Στην περίπτωση όμως της Archegos, αποδείχθηκε ότι οι επενδύσεις είχαν χρηματοδοτηθεί με 10 δισ. δολ. που χάθηκαν από άστοχες επιλογές. Οι τράπεζες εμπιστεύτηκαν το family office, παρότι ο ιδρυτής του είχε καταδικαστεί για απάτη το 2012 και απαγορευόταν να κάνει συναλλαγές στο Χονγκ Κονγκ. Χρηματοδότησαν χρηματιστηριακά παιχνίδια υψηλού ρίσκου σε μετοχές media στις ΗΠΑ και εταιρείες τεχνολογίας στην Κίνα και παράγωγα μετοχών.

Πριν από μερικά χρόνια, ο μεγάλος κίνδυνος αποσταθεροποίησης των αγορών προερχόταν από τη δραστηριότητα των hedge funds που αναλάμβαναν υψηλό κίνδυνο με δανεικά. Τα family offices σήμερα έχουν υπό διαχείριση περίπου 6 τρισ. δολ., διπλάσια κεφάλαια από όσα διαθέτουν τα  hedge funds. Γι’ αυτό οι εποπτικές αρχές στον ανεπτυγμένο κόσμο ετοιμάζονται να επιβάλουν την απαραίτητη διαφάνεια στις εταιρείες αυτές αφού δανείζονται, αρχίζοντας από το αυτονόητο, να δημοσιεύουν ισολογισμό!