ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Μίκης όλου του κόσμου

Μια χώρα όπου ουδέποτε υπήρξε ισχυρό κέντρο εξουσίας, ένα έθνος που πάντα αμφισβητεί όσους επιδιώκουν να το κυβερνήσουν, βρήκε στον Μίκη Θεοδωράκη τον εκπρόσωπο όλων των αρετών και παραδοξοτήτων του. Η ομορφιά της μουσικής του, το προσωπικό κουράγιο και χάρισμά του, η ακλόνητη αίσθηση ηθικής, τα λάθη και η γοητεία του, τον έκαναν έναν από τους ελάχιστους Ελληνες που κέρδισαν την εκτίμηση και την αγάπη όλων των συμπατριωτών τους. Τον έχρισαν ηγέτη. Στον πάνδημο θρήνο συμμετέχουν και οι απόγονοι αυτών που επιδίωξαν την εξόντωσή του, και αυτοί που νόμιζαν ότι με τις πολιτικές μεταμορφώσεις και πάντα ζωηρές απόψεις του πρόδιδε τα πιστεύω τους. Στον Μίκη βλέπαμε την αναρχική δίψα για ελευθερία αλλά και το ενωτικό πνεύμα που γεννά η ανάγκη κοινωνίας, βλέπαμε τον έρωτα για Μεγάλες Ιδέες, τον δύσκολο γάμο μεταξύ της προσωπικής και δημόσιας ύπαρξης, ο οποίος μπορεί να μετατρέψει τις αδυναμίες σε δύναμη και το αντίστροφο. Βλέπαμε όλ’ αυτά που μας ενώνουν όπως μόνο η Εκκλησία το Πάσχα και το κράτος σε στιγμές πατριωτικής φρενίτιδας μπορούν. Γι’ αυτό ήταν για όλους ο «Μίκης» – το υποκοριστικό έγινε αποκλειστικότητα ενός γίγαντα.

Μεταξύ αυτών που δοξάστηκαν απ’ όλους τους Ελληνες τον περασμένο αιώνα –Παλαμάς, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Τσιτσάνης, Χατζιδάκις, Γλέζος, κ.ά.– ο Μίκης ξεχώριζε. Οχι μόνο επειδή ήταν μια κεφαλή ψηλότερος, αλλά επειδή στα 96 χρόνια του κατάφερε να ζήσει πολλές ζωές, να αφήσει το στίγμα του σε κάθε κομμάτι της δημόσιας ζωής. Αρχισε να συνθέτει μουσική από νεαρή ηλικία, ξεκινώντας μια λαμπρή πορεία στην κλασική μουσική πριν στραφεί προς τη λαϊκή παράδοση, την οποία αγκάλιασε και μεταμόρφωσε. Το συρτάκι του Ζορμπά έγινε σήμα κατατεθέν του οτιδήποτε «ελληνικού» σε όλο τον κόσμο.

Η μουσική του δεν χρειαζόταν τη διεθνή αναγνώριση για να ριζώσει στις καρδιές των Ελλήνων. Η αναγνώριση αυτή συνδέθηκε με μια έντονη πολιτική παρουσία. Ο Μίκης συμμετείχε, πρωτοστάτησε σε αγώνες εναντίον δικτατόρων, σκληρών καθεστώτων και ξένων εισβολέων. Ασπάστηκε τον κομμουνισμό, τον άφησε και, στο τέλος, τον αναζήτησε. Υπηρέτησε στη Βουλή με διαφορετικά κόμματα. Βαθύτατα πατριώτης αλλά και αδελφός με όλους τους λαούς. Με τον φίλο του συνθέτη Ομέρ Ζουλφού Λιβανελί, ίδρυσε σύνδεσμο ελληνοτουρκικής φιλίας. Απέκτησε μια μοναδική νομιμοποίηση να μιλάει και να πράττει χάρη στη μουσική του και στη γενναιότητά του στον δημόσιο χώρο.

«Ο Μίκης είναι φουσκωμένο ποτάμι που παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά του. Μέσα του θα βρεις ό,τι είναι όμορφο και σημαντικό, μαζί με συντρίμμια από χωριά και ψόφιες αγελάδες», άκουσα κάποτε τον Νίκο Κούνδουρο να σχολιάζει με χαμόγελο, αναφερόμενος σε μία από τις ανατρεπτικές θέσεις του φίλου του, σε μια εποχή όπου ό,τι έλεγε ο Μίκης γινόταν τροφή συζητήσεων και αναλύσεων. Μπορούσε να υιοθετήσει ιδέες που εξόργιζαν και τους φίλους του – όπως όταν ισχυριζόταν ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου συνδεόταν με τη συμμορία της «17 Νοέμβρη». Μπορούσε, επίσης, σε στιγμές κινδύνου να κατευνάσει τα πνεύματα.

Η λιτή φράση «Καραμανλής ή τανκς» ειπώθηκε σε μια τέτοια στιγμή το 1974, όταν η χώρα είχε να επιλέξει μεταξύ ενότητας ή τη συνέχιση του διχασμού. Ομως, το μέγεθος του Μίκη φάνηκε ακόμη πιο καθαρά στην υπόθεση Οτσαλάν το 1999. Η απαγωγή του Κούρδου ηγέτη από Τούρκους πράκτορες ενώ αυτός βρισκόταν υπό την προστασία Ελλήνων αξιωματούχων στην πρεσβεία μας στην Κένυα, προκάλεσε πολιτική θύελλα και διαδηλώσεις στην Αθήνα, καθώς δυνάμεις των πολιτικών άκρων απαιτούσαν την πτώση της κυβέρνησης Σημίτη. Οταν, όμως, μια σύμβουλος του Οτσαλάν δήλωσε ότι οι Ελληνες πρόδωσαν τον αρχηγό της, ο Μίκης, ισχυρός φίλος των Κούρδων, βγήκε εξοργισμένος σε τηλεοπτικό διάγγελμα, μιλώντας για απαράδεκτη προσβολή εναντίον των Ελλήνων. Το εθνικό αυτομαστίγωμα σταμάτησε αμέσως. Ο μόνος Ελληνας με το ηθικό ανάστημα να τον ακούν όλοι χρησιμοποίησε αυτή τη δύναμη προς όφελος της χώρας. Ενίοτε, δηλώσεις του υπέρ του αγώνα άλλων λαών, όπως των Παλαιστινίων, προκαλούσαν ταραχή. Αυτές πήγαζαν από το ίδιο πνεύμα του Μίκη που απαιτούσε ελευθερία και δικαιοσύνη και στην Ελλάδα και οπουδήποτε έβλεπε την αδικία, ασχέτως της πολυπλοκότητας της υπόθεσης ή τα αισθήματα των εμπλεκομένων. Δεν χαριζόταν ούτε στη Δεξιά ούτε στην Αριστερά.

Η μεγαλύτερη δύναμη που άσκησε ο Μίκης πάνω στους Ελληνες ήταν το παράδειγμα της ζωής του. Δεν απέφευγε τα δύσκολα. Τα αντιμετώπιζε με όλο το ταλέντο και τη δύναμή του, με τη γοητεία, τα σφάλματα και το πάθος του, με αυτοπεποίθηση, με τη σιγουριά ότι δικαιούμαστε κάτι καλύτερο. Ενσάρκωσε τις αρετές και αδυναμίες του έθνους μας και, την ίδια ώρα, ήταν λαμπρός πολίτης του κόσμου: επιτυχημένος, ευθύς, μοναδικός.