ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι μου έμαθε η COVID-19

“Αργά ή γρήγορα θα κολλήσουμε όλοι”, έγραφα σε αυτήν εδώ τη στήλη στις 17 του περασμένου Ιουλίου. “Ο SARS-Cov-2 πάει, μας ξέφυγε”, έγραφα στις 28 του Αυγούστου, “αργά ή γρήγορα θα τον κολλήσουμε όλοι”. Με αυτό ως δεδομένο, λοιπόν, αργά ή γρήγορα θα ερχόταν και η ώρα για ένα τέτοιο άρθρο. Σε αυτό, γραμμένο την έβδομη ημέρα της υποχρεωτικής καραντίνας μου, θα σας πω το βασικό συμπέρασμα από την εμπειρία μου με τον κορωνονοϊό. Έχει να κάνει με την αποτελεσματικότητα της επιστημονικής έρευνας στην εποχή μας.

Όπως ίσως έχετε διαβάσει ή ακούσει και από άλλες διηγήσεις (τα επιβεβαιωμένα κρούσματα στη χώρα μας πλέον έχουν -έχουμε- ξεπεράσει τις 600.000) αυτή είναι μια πολύ περίεργη ασθένεια. Κάνει στο σώμα πράγματα που καμία άλλη δεν τα κάνει, και τα κάνει με τρόπο εντελώς ασυνήθιστο. Οι επιστήμονες έχουν βρει ότι ο ιός πλήττει με διάφορους τρόπους τους πνεύμονες, αλλά και το αίμα και τα αγγεία, την καρδιά, το συκώτι, το οσφρητικό επιθήλιο, τον εγκέφαλο, τα νεφρά και το σπλήνα. Αλλά δεν έχουν ακόμα καταλάβει το γιατί και το πώς ακριβώς. Η περιγραφή της Covid ως ασθένειας είναι λίγο-πολύ “ό,τι να ‘ναι”. Στην ερώτηση “τι θα μου κάνει η Covid” η απάντηση της επιστήμης προς το παρόν είναι “ναι”. Φαντάζομαι τον κορωνοϊό να περιφέρεται στα σώματά μας από όργανο σε όργανο με μια βαριοπούλα, κάνοντας λίμπα ό,τι του γυαλίσει. Αλλά ακόμα κανείς δεν ξέρει τα γούστα του, τι προτιμάει να πετσοκόβει και γιατί.

Στην περίπτωσή μου, πάντως, ο SARS-Cov-2 δοκίμασε διάφορα πράγματα.

Μπορεί να έχετε ακούσει για την απώλεια της όσφρησης, που είναι ένα πολύ, πολύ περίεργο πράγμα. Αυτό το έπαθα. Μπορεί να έχετε ακούσει, επίσης, για τον απαίσιο βήχα, τον υψηλό πυρετό, τη δύσπνοια, την αίσθηση ότι δεν μπορείς να πάρεις ανάσα. Από αυτά εγώ δεν έπαθα τίποτε. Είχα, όμως, πονοκέφαλο και ζαλάδα. Ένας διαρκές αίσθημα εξάντλησης. Απότομα κύματα υπνηλίας στις 3 το μεσημέρι. Ακατανόητη, διαρκή πείνα -σηκωνόμουν στις 7 το πρωί με όρεξη για νεκταρίνια (!)- περιστασιακή δίψα, ένα πιάσιμο στη μέση, ένα τσούξιμο στα μάτια. Κάποια στιγμή μου ήρθε να κατεβάσω στο κινητό το Tik Tok. Βεβαίως, δεν ξέρω ποια από αυτά τα συμπτώματα οφείλονταν στην Covid και ποια σε πιθανά άλλα αίτια. Όπως και να ‘χει, στις περισσότερες περιπτώσεις -ενίοτε μόλις μετά από λίγα λεπτά- κάθε ένα από αυτά σταμάταγε, και κάτι άλλο ξεκινούσε. Άρχιζε μια εφίδρωση και δέκα λεπτά μετά σταμάταγε, σαν να άλλαξε γνώμη. Κάποια άλλη στιγμή, ένιωσα να μου ‘ρχεται ρίγη, αυτή η γνώριμη, οικεία ανατριχίλα της αρρώστιας. Σχεδόν ανακουφισμένος κατέβασα το πάπλωμα (όπως τότε, μετά το εμβόλιο) έτοιμος για τον πυρετό, και περίμενα. Δεν έγινε τίποτε. Ούτε η ρίγη συνεχίστηκε, ούτε επανήλθε ποτέ, ούτε πυρετός ήρθε (ποτέ δεν είχα περισσότερα από δέκατα στην αρχή). Εν τω μεταξύ, η γυναίκα μου, επίσης θετική το ίδιο διάστημα, είχε εντελώς διαφορετικά συμπτώματα.

Αυτή η αρρώστια είναι ένα πολύ περίεργο πράγμα, είναι σα να διεξάγεται ένας πόλεμος μέσα στο σώμα, αλλά κάθε 15 λεπτά αλλάζει το πεδίο της μάχης. Και κανείς δεν ξέρει το γιατί. Ένας αντιδήμαρχος της Μυκόνου έχει περίπου την ίδια ηλικία με εμένα και είχε κάνει το ίδιο εμβόλιο με εμένα (Johnson & Johnson). Όταν αυτός αρρώστησε με Covid χρειάστηκε να μεταφερθεί με το αεροπλάνο στο νοσοκομείο στην Αθήνα, όπου έμεινε για πολλές ημέρες παλεύοντας να μη διασωληνωθεί. Δεν γνωρίζω αν είχε υποκείμενα νοσήματα που τον έκαναν πιο ευάλωτο αλλά αν, όπως εγώ, δεν είχε, γιατί το πέρασε αυτός τόσο βαριά ενώ εγώ ήθελα να τρώω πολλά νεκταρίνια; Και γιατί άλλοι που, όπως εμείς, φέτος το καλοκαίρι το πέρασαν οικογενειακώς, είχαν ξεμπερδέψει με τα ήπια συμπτώματα μέσα σε τρεις ημέρες και μπορούν ακόμα να μυρίζουν τα νυχτολούλουδα; 

Αυτό είναι το θέμα και αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρουμε.

Από την αρχή της πανδημίας τονίζαμε ότι αυτή η αρρώστια είναι επικίνδυνη όχι τόσο επειδή είναι πάρα πολύ θανατηφόρα -για τις περισσότερες ηλικίες δεν είναι- αλλά επειδή είναι καινούργια. Δυστυχώς, 600 ημέρες μετά την αποκρυπτογράφηση του γονιδιώματος του νέου κορωνοϊού, αυτά που δεν ξέρουμε εξακολουθούν να είναι υπερβολικά, αδικαιολόγητα πολλά. Ούτε γιατί πλήττει τόσο τους ηλικιωμένους αλλά όχι τα παιδιά ξέρουμε, ούτε πώς λειτουργεί ακριβώς, ούτε πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί (ακόμα και τώρα όλες οι θεραπευτικές αγωγές που υπάρχουν προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα μεμονωμένα συμπτώματα, όχι την ασθένεια), ούτε γιατί πλήττει άλλους πολύ και άλλους καθόλου. Η απογοήτευση γι’ αυτό είναι μεγάλη. Αν το ότι αποκτήσαμε ασφαλή και αποτελεσματικά εμβόλια τόσο γρήγορα είναι ένας πρωτοφανής θρίαμβος, οι υπόλοιπες πτυχές της αντίδρασης της επιστήμης στο φαινόμενο (συμπεριλαμβανομένου και του κρίσιμου επικοινωνιακού σκέλους) μάλλον είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτικές.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι μεγάλη συζήτηση. Σίγουρα δεν φταίνε τα λεφτά (υπάρχουν) και οπωσδήποτε δεν φταίνε οι ίδιοι οι επιστήμονες. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο παράγεται η επιστημονική γνώση στην εποχή μας, και ειδικά σε κάποιους κλάδους όπως η υγεία, είναι ένα πρόβλημα. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό το σύστημα το σχεδιασμένο τη δεκαετία του 1940, που αναγκάζει τα πιο λαμπρά μυαλά του κόσμου, αντί να αξιοποιούν τα πιο δημιουργικά χρόνια της καριέρας τους παράγοντας γνώση, να ασχολούνται με τη συγγραφή άχρηστων papers για περιοδικά που δεν διαβάζει κανείς για να πιάσουν μόνιμη θέση σε κάποιο πανεπιστήμιο, δεν λειτουργεί καλά. Ή ίσως να φταίει κάτι άλλο. Το σίγουρο είναι ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, ως είδος, που μπορούμε να απαιτούμε από τους εξυπνότερους και τους ικανότερους συνανθρώπους μας να δίνουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όλοι μαζί. Σε συντομότερο χρονικό διάστημα από 600 ημέρες.

Για να σας το θέσω αλλιώς, σε λίγες εβδομάδες η ανθρωπότητα θα εκτοξεύσει στο διάστημα έναν πύραυλο. Αυτός ο πύραυλος θα μεταφέρει μέσα ένα διαστημόπλοιο. Αυτό το διαστημόπλοιο θα περιέχει ένα τηλεσκόπιο. Το διαστημόπλοιο θα ταξιδέψει ενάμισι εκατομμύριο χιλιόμετρα μακριά, μέχρι το σημείο Λαγκράνζ L2 (τέσσερις φορές πιο μακριά απ’ το φεγγάρι -το ταξίδι θα του πάρει ένα μήνα) όπου θα ανοίξει και θα ξεδιπλωθεί και θα αρχίσει να συλλέγει στοιχεία για εξωπλανήτες και εικόνες από 13 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά.

Αν μπορούμε να κάνουμε αυτό, θα έπρεπε να μπορούμε να νικήσουμε ή, έστω, να καταλάβουμε έναν ιό που αλωνίζει μέσα μας κραδαίνοντας τη βαριοπούλα του σχεδόν δυο χρόνια τώρα.