ΑΠΟΨΕΙΣ

Διπλωματία χωρίς παρωπίδες

Η προφανής προσπάθεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να εκμεταλλευθεί τις αλλαγές που προκαλεί στις ισορροπίες στην περιφέρεια και ευρύτερα η κατάσταση στο Αφγανιστάν, πράγματι δημιουργεί τις συνθήκες για τη βελτίωση των σχέσεων της Αγκυρας με μέχρι πρότινος «ορκισμένους» εχθρούς. Ως προς τις λεπτομέρειες και το περιεχόμενο των επιμέρους επαφών είναι προφανές, όπως προκύπτει από μια σειρά ενδείξεων, ότι οι συζητήσεις μεταξύ της Αγκυρας και του σουνιτικού άξονα Αιγύπτου – Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (και στο βάθος Σαουδικής Αραβίας) δεν είναι εκείνες που ισχυρίζεται η Τουρκία. Κάθε άλλο. Και αυτό φαίνεται από μια σειρά δηλώσεων ή την αποφυγή τους από τον Ερντογάν και άλλους αξιωματούχους. Αυτό σημαίνει ότι Αίγυπτος και ΗΑΕ «τα βρίσκουν» με την Τουρκία; Είναι προφανές ότι αναζητούν συγκλίσεις στα θέματα που υπάρχει αντικείμενο συζήτησης. Στην Ελλάδα, βέβαια, αυτό που έμεινε από όσα εξελίσσονται είναι η παραδοσιακή ερμηνεία σε απόχρωση «άσπρου – μαύρου», ότι ο Ερντογάν υποχωρεί «ατάκτως» μπροστά στους ισχυρότερους (σε αυτή τη φάση) Αραβες συμμάχους ή –στον αντίποδα– ότι οι σχέσεις της Τουρκίας με αυτές τις χώρες έχουν αποκατασταθεί πλήρως και η Αθήνα πρέπει να φοβάται.

Ελάχιστοι παρατήρησαν ότι, για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση Ερντογάν επιχειρεί (θα φανεί με πόση επιτυχία) να μειώσει τις επαφές της με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, παράλληλα ο Αραβικός Σύνδεσμος καλεί τους Τούρκους να αποχωρήσουν από εδάφη που κατέχουν στη Συρία παράνομα και να σταματήσουν να αποσταθεροποιούν τη Λιβύη.

Το μάθημα από αυτές τις εξελίξεις είναι τόσο παλιό όσο και οι πολιτικές σχέσεις, πριν και μετά το έθνος – κράτος. Τις αλλαγές στη συμπεριφορά καθορίζει το στενά εννοούμενο συμφέρον και στο τραπέζι μπορεί να βρίσκεται εκείνο που ενδιαφέρει και μπορεί να διαπραγματευθεί κάθε πλευρά. Δεν πρόκειται για παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Πολλές φορές στην άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αυτό λησμονείται. Οι προσπάθειες της Αθήνας, ειδικά μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο για διπλωματική «επιστροφή» σε περιοχές τις οποίες η ελληνική διπλωματία είχε λησμονήσει επί σειρά ετών είναι αξιομνημόνευτες και, όπως φαίνεται από την προσωπική προσήλωση του Νίκου Δένδια στην εμβάθυνση των επαφών, μπορεί να φέρουν και κάποια αποτελέσματα. Απαιτείται όμως και υπερκέραση εμποδίων που συνδέονται με το εσωτερικό πολιτικό κόστος.

Οι διπλωματικές προσπάθειες της Ελλάδας πρέπει να επεκταθούν και στις χώρες με τις οποίες η Αγκυρα υποτίθεται διατηρεί προνομιακές σχέσεις. Ο Καύκασος και η Κεντρική Ασία δεν είναι μακριά και οι διακηρύξεις περί «παντουρκισμού» και «ενός και αδιαίρετου» Ισλάμ είναι καλές για το εσωτερικό ακροατήριο, δεν θα πρέπει όμως να αποστρέφουν την Αθήνα από ένα χώρο, στον οποίο η Ελλάδα οφείλει να έχει φυσική και άλλη παρουσία.