ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι ρίζες της μνήμης

Γεννήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα σ’ ένα μικρό χωριό του ανατολικού Αιγαίου. Ναρκοπέδιο η ζωή του, όπως ολόκληρης εκείνης της γενιάς: Βαλκανικοί πόλεμοι, δύο Παγκόσμιοι, Μικρασιατική εκστρατεία, Εμφύλιος, πείνα, φτώχεια. 

Παντρεύτηκε την κοπέλα που αγαπούσε από παιδί και απέκτησαν πέντε παιδιά. Εγινε αγρότης, όπως ο πατέρας του. Αξημέρωτα έφευγε με το μουλάρι για τα χωράφια. Μόνος του όργωνε, έσπερνε, τσάπιζε, πότιζε, κλάδευε, μάζευε τη σοδειά. Μοναδική απόλαυσή του μια – δυο παρτίδες πρέφα ή σκαμπίλι, στο καφενείο, το απόγευμα. «Η πρέφα θέλει υπομονή και το σκαμπίλι τέχνη», έλεγε. Τα διέθετε και τα δύο. 

Οταν ξεπετάχτηκαν λίγο τα παιδιά, τον βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές και η κυρά του. Τυραγνισμένη κι εκείνη, σήκωνε τον δικό της σταυρό. Οι γονείς και τα πεθερικά της ήταν κατάκοιτοι, τόσοι νοματαίοι περίμεναν τη φροντίδα της, πώς να τα προλάβει όλα;

Πουλώντας λάδι, κουκιά, πατάτες και κάρβουνα σπούδασαν τους δυο γιους και τις τρεις κόρες τους. Στο γυμνάσιο πήγαιναν με τα πόδια στην πιο κοντινή κωμόπολη, σχεδόν τρεις ώρες δρόμο, δεύτερο ζευγάρι παπούτσια δεν είχαν, αλλά όλοι πανεπιστήμιο έβγαλαν. Ιατρική, Παιδαγωγικά, Οικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες. Καμάρωνε όποτε άκουγε τα παινέματα των συγχωριανών. Κι όταν άρχισαν να μεγαλώνουν τα εγγόνια και να προοδεύουν κι αυτά, καμάρωνε διπλά. 

Στα ογδόντα τρία του χρόνια ήρθε η διάγνωση: καρκίνος στον πνεύμονα. Τη μέρα που οι γιοι του, γιατροί και οι δύο, τον συνόδευαν σε αθηναϊκό νοσοκομείο, η μεγάλη κόρη, στο πίσω κάθισμα έκλαιγε με λυγμούς. «Γιατί κλαις;» γύρισε και τη ρώτησε ατάραχος. «Δεν χρειάζονται κλάματα. Είδα παιδιά, είδα εγγόνια, αξιώθηκα χαρές. Ρίζες θα βγάλω εδώ πάνω;». Πέθανε λίγες εβδομάδες μετά.

Σχεδόν τριάντα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Οι γιοι, οι κόρες, οι νύφες, οι γαμπροί, τα εγγόνια κρατούν πάντα αναμμένο το καντήλι του – στις κουβέντες τους. Κάθε καλοκαίρι, όταν βρίσκονται στο χωριό, εκείνος είναι ωσεί παρών στις ιστορίες που αφηγούνται, στα γέλια και στα δάκρυά τους, στους αναστεναγμούς και στις παύσεις τους, ιδίως σ’ αυτές. Ετσι έγινε και φέτος, στο ταβερνάκι κάτω από τον πλάτανο. 

Είχε δίκιο – και δεν είχε. Πράγματι, οι άνθρωποι δεν ριζώνουν σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Ρίζες βγάζουν, όμως. Στη μνήμη όσων τους γνώρισαν και τους αγάπησαν. Και οι δικές του ρίζες είναι πολύ βαθιές…