ΑΠΟΨΕΙΣ

Κανονικότητα, ανθεκτικότητα, βιωσιμότητα

Tην περασμένη εβδομάδα άνοιξαν τα σχολεία, σε μια προσπάθεια να επανέλθουμε στην εκπαιδευτική κανονικότητα, αν και οι φόβοι για διασπορά του κορωνοϊού από τις σχολικές τάξεις στα νοικοκυριά είναι βάσιμοι. Ηδη από τον Μάιο του 2021 είχαν δρομολογηθεί, ως τρόποι επανόδου στην οικονομική και εργασιακή κανονικότητα, η έναρξη της θερινής τουριστικής περιόδου, η απελευθέρωση των υπερτοπικών μετακινήσεων και η άρση της απαγόρευσης για πολλές εμπορικές δραστηριότητες.
Ωστόσο, το περιεχόμενο της «κανονικότητας» αμφισβητείται. Δεν έχει να κάνει με την επάνοδο στις γνώριμες ρουτίνες της σχολικής ζωής ή της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Η επάνοδος αυτή αφορά την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο όρος «κανονικότητα» έχει πολιτικοποιηθεί. Μάλιστα έχει καταλάβει δυσανάλογα μεγάλο μέρος της «δημόσιας ατζέντας» σε βάρος πιο κρίσιμων και λιγότερο ρευστών όρων, όπως η κοινωνική ανθεκτικότητα και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

Πράγματι, σήμερα, μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης θεωρεί ότι κανονικότητα σημαίνει την κατάσταση κοινωνικής απόγνωσης και διολίσθησης στον πολιτικό αυταρχισμό, οι οποίες –πάντοτε κατά την αντιπολίτευση– προέκυψαν μετά την αλλαγή κυβέρνησης το 2019. Αλλοι πάλι θεωρούν ότι ως προς τα στοιχειώδη η κανονικότητα αποκαταστάθηκε ακριβώς το 2019. Και τούτο γιατί πριν από τότε είχαν λάβει χώρα ποικίλοι πειραματισμοί, όπως, μεταξύ άλλων, παιχνίδια με το νόμισμα της χώρας, με τον αριθμό των επιτρεπόμενων ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών ή με τη μαζική ποινική στοχοποίηση πρώην πρωθυπουργών και υπουργών. Οπότε, το περιεχόμενο της κανονικότητας υπήρξε και συνεχίζει να είναι αντικείμενο κομματικών διαμαχών, η έκβαση των οποίων κρίνεται περιοδικά με τις εθνικές εκλογές. Εως τις επόμενες εκλογές, η μεν κυβέρνηση θα θεωρεί ότι σταδιακά επαναφέρει τη χώρα στην κανονικότητα μετά τους πειραματισμούς του 2015-2019, ενώ η αντιπολίτευση θα ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση αποσυναρμολογεί την κανονικότητα με σειρά νόμων για την εκπαίδευση, τις εργασιακές σχέσεις κ.ο.κ.

Οι διαμάχες για το περιεχόμενο της κανονικότητας αντανακλούν την ύπαρξη βαθύτερων ανοικτών ζητημάτων, τα οποία, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε., στην Ελλάδα δεν έχουν επιλυθεί. Είναι σοκαριστική η περιοδική ελληνική επικέντρωση σε θεμελιακά διλήμματα του 20ού αιώνα: φιλελεύθερη δημοκρατία έναντι άλλων ριζοσπαστικών εκδοχών της δημοκρατίας ή έναντι της πλήρους κατάλυσής της. Οικονομία της αγοράς έναντι της ασφυκτικά σχεδιασμένης, αν όχι κρατικοποιημένης, οικονομίας. Ισότητα δικαιωμάτων έναντι διακριτικής μεταχείρισης κατά διαφόρων μειονοτήτων, όπως μεταναστών, ομοφυλοφίλων κ.ά.

Το φαινόμενο ερμηνεύεται με την παρουσία στο εκλογικό σώμα ρευμάτων και την εκπροσώπηση στην ελληνική Βουλή κομμάτων ενός ασυνήθους για τα ευρωπαϊκά μέτρα ιδεολογικού φάσματος: από εκπροσώπους του ναζισμού έως εκπροσώπους του σταλινισμού (π.χ., στη Βουλή το 2012-2019). Και σήμερα ακόμα πολιτικά κόμματα, εφημερίδες και δίκτυα πολιτών επανέρχονται με απρόβλεπτη, αλλά ανησυχητική συχνότητα, σε ζητήματα λυμένα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προ πολλών δεκαετιών ή ρυθμισμένα σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας και διεθνών συνθηκών. Σχετικά παραδείγματα είναι αφενός η ηρωοποίηση των ηττημένων της μάχης της Αθήνας του 1944 (του «Δεκέμβρη»), αφετέρου η πολύ πρόσφατη διακήρυξη 160 «προσωπικοτήτων» κατά της ισότητας των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και των υπόλοιπων πολιτών. Ολα αυτά δεν αφήνουν χώρο στη δημόσια σφαίρα για επεξεργασία ζητημάτων του 21ου αιώνα, όπως είναι η κοινωνική ανθεκτικότητα και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

Η ανθεκτικότητα αφορά την ικανότητα της κοινωνίας να διατηρεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο ευημερίας παρά το ότι αντιμετωπίζει περιοδικούς κινδύνους, όπως καθοδική κοινωνική κινητικότητα, αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων εισοδήματος και πλούτου, πτώση του επιπέδου σωματικής και ψυχικής υγείας. Πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι (P.A. Hall, M. Lamont κ.ά.) μάς λένε ότι οι πιο ανθεκτικές κοινωνίες είναι εκείνες με συγκριτικά δικαιότερη κατανομή εισοδήματος και μικρότερες ανισότητες ως προς τις συνθήκες ζωής και εργασίας, τάσεις οι οποίες αντανακλώνται σε υψηλότερη ικανοποίηση των πολιτών από τη ζωή.

Μας λένε επίσης ότι υπάρχουν δημόσιες πολιτικές που μπορούν να αντιμετωπίσουν τους παραπάνω περιοδικούς κινδύνους, αλλά αυτές δεν είναι οι παλιές, γνωστές πολιτικές όπως, π.χ., η γενική αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Τέτοια αύξηση, εφόσον τροχοδρομηθεί στις υφιστάμενες ράγες της κοινωνικής προστασίας, μπορεί απλώς να επιτείνει παλιές στρεβλώσεις. Δηλαδή μπορεί να προστατεύσει ακόμα περισσότερο τις σχετικά καλά προστατευμένες ομάδες του πληθυσμού (π.χ., τους συνταξιούχους) σε βάρος των απροστάτευτων (π.χ., των νέων, των ανέργων ή των επισφαλώς εργαζομένων). Αποτελεσματικότερες «ενέσεις» κοινωνικής ανθεκτικότητας είναι η κοινωνική δικτύωση μέσω οικογένειας, φίλων και συναδέλφων, οι ευθέως αναδιανεμητικές πολιτικές της κυβέρνησης και η συμπερίληψη των κοινωνικών εταίρων στη λήψη των αποφάσεων. Παρά την προφανή σημασία της, ιδίως σε μια χώρα που δεν έχει συνέλθει ακριβώς από την πρόσφατη οικονομική κρίση, η κοινωνική ανθεκτικότητα δεν είναι επίμαχο ζήτημα της δημόσιας σφαίρας.

Τελευταία, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα έχει αναδειχθεί σε τέτοιο ζήτημα, αλλά μας απασχολεί με τη γνωστή περιοδικότητα (φωτιές το καλοκαίρι, πλημμύρες τον χειμώνα). Δεν έχει τη μόνιμη θέση που θα της άξιζε στη «δημόσια ατζέντα». Από τους πολλούς, τεχνικούς ορισμούς της βιωσιμότητας, ο απλούστερος είναι ένας που την ορίζει ως τη δυνατότητα να ζεις στον πλανήτη, χωρίς να καταστρέφεις το φυσικό περιβάλλον του σήμερα ή του αύριο. Ακριβέστερα, η βιωσιμότητα σημαίνει τη λειτουργία της οικονομίας με τρόπο ώστε να παρέχει μεν ποιότητα ζωής στους κατοίκους του πλανήτη, αλλά να επιτρέπει τη διατήρηση και ανανέωση των φυσικών πόρων.
Το ότι η περιβαλλοντική βιωσιμότητα είναι εύθραυστη, αν όχι ανέφικτη, διαπιστώνεται πλέον σε εβδομαδιαία βάση. Ανακοινώθηκε, για παράδειγμα, την εβδομάδα που πέρασε ότι τα τελευταία 40 χρόνια διπλασιάστηκαν οι ημέρες κατά τις οποίες η θερμοκρασία ξεπερνά τους 50 βαθμούς Κελσίου σε μία ή περισσότερες περιοχές του πλανήτη (26 ημέρες το 2019 έναντι 13 ημερών το 1980, Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Μεταβολής της Οξφόρδης). Εικάζεται βάσιμα ότι η περιβαλλοντική καταστροφή θα επηρεάσει περισσότερο ορισμένες περιοχές (π.χ., τη Μεσόγειο και τις χώρες γύρω από αυτή) από άλλες. Και ότι θα επιδεινώσει τις συνθήκες ζωής των φτωχότερων έναντι των πλουσιότερων κατοίκων κάθε χώρας και συνολικά τους πληθυσμούς των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών έναντι εκείνων των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης.
Δηλαδή, αν χαθεί το στοίχημα της βιωσιμότητας, θα υπονομευθεί και η κοινωνική ανθεκτικότητα και σε δεύτερο χρόνο θα αποσυναρμολογηθεί ξανά η κανονικότητα. Εντέλει, παρά την πανδημία που επιμένει, είναι εύλογο να επιθυμεί κανείς την επαναφορά της κανονικότητας της καθημερινής ζωής. Αυτή όμως η μέριμνα θα πρέπει να συνδυαστεί με τις προτεραιότητες της κοινωνικής ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητας.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.