ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν ήμασταν Αφγανιστάν

otan-imastan-afganistan-561504421

Δύσκολα προσπερνά κανείς τις εικόνες της αμερικανικής αποχώρησης από το Αφγανιστάν, με το αεροδρόμιο της Καμπούλ να μετατρέπεται σε μια δυστοπική ανθρώπινη χοάνη. Η αίσθηση μιας υπερδύναμης που απέτυχε να καταβάλει έναν μεσαιωνικό στρατό λέει πολλά γι’ αυτήν και υπονοεί ακόμη περισσότερα. Η βασική και εντέλει μόνη εξήγηση που έδωσαν οι Αμερικανοί για την αποχώρησή τους ήταν πως η «έξωθεν κρατική συγκρότηση» είναι αδύνατη. Εφόσον οι ίδιοι οι Αφγανοί δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τη χώρα τους από τους Ταλιμπάν, δεν είχε νόημα η σπατάλη χρήματος και αίματος. Προσπερνώ το βάσιμο της εξήγησής τους για να εστιάσω σε μια ανορθόδοξη προσέγγιση: μια ανάγνωση του Αφγανιστάν ως ένα (εθνικό) ταξίδι στον χρόνο.

Οταν, το 1830, η Ελλάδα γίνεται ανεξάρτητο κράτος θα βρεθεί σε μια κατάσταση που δεν διαφέρει και τόσο από το σημερινό Αφγανιστάν. Η αδύναμη κεντρική εξουσία αμφισβητείται συνολικά. Ξεσπούν εξεγέρσεις παντού και τον Ιούλιο του 1831 οι Υδραίοι καταλαμβάνουν τον ναύσταθμο του Πόρου. Οταν ο αρχηγός των εξεγερμένων, ο Ανδρέας Μιαούλης, θα βρεθεί σε στρατιωτικό αδιέξοδο, θα επιλέξει να ανατινάξει τη ναυαρχίδα του στόλου προκειμένου να μην την παραδώσει στη κυβέρνηση! Λίγο αργότερα, ο Ιωάννης Καποδίστριας θα δολοφονηθεί και η χώρα θα βυθιστεί στην αναρχία. Δεν είναι επομένως υπερβολή να λεχθεί πως η Ελλάδα γεννιέται ως «αποτυχημένο κράτος».

Από την κατάσταση αυτή, που θα μπορούσε να είχε διαιωνισθεί με απρόβλεπτες συνέπειες, η χώρα θα ξεφύγει μόνο χάρη στην έξωθεν παρέμβαση. Οταν καταφθάνει στην Ελλάδα, ο Οθωνας συνοδεύεται από ένα εκστρατευτικό σώμα που κάθε άλλο παρά διακοσμητικό θα αποδειχθεί. Η τάξη θα επιβληθεί σε μεγάλο βαθμό χάρη στις βαυαρικές λόγχες που θα πετύχουν αυτό που οι Αμερικανοί δεν κατάφεραν στο Αφγανιστάν.

Τόσο οι Βρετανοί όσο και οι ίδιοι οι Αμερικανοί θα εμπλακούν σε μια αντίστοιχη περιπέτεια έναν αιώνα αργότερα. Οταν ο Τσώρτσιλ θα επιλέξει να στηρίξει την κυβέρνηση Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1944, η εξουσία της δεν ξεπερνάει τα όρια του κέντρου της Αθήνας. Και όταν ο ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Τρούμαν, ο Πολ Πόρτερ, θα επισκεφθεί τη χώρα το 1947, θα διαπιστώσει την απόλυτη κυριαρχία της φτώχειας, της ανασφάλειας, της βίας και της διαφθοράς. Θα δηλώσει τότε πως ο μόνος τρόπος να σωθεί η χώρα είναι ένα θαύμα. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, η έξωθεν παρέμβαση ήταν εκείνη που άλλαξε την πορεία της χώρας.

Η έκβαση του Εμφυλίου οδήγησε στην αποχώρηση από την Ελλάδα δεκάδων χιλιάδων υποστηρικτών του ΚΚΕ, αλλά και αγροτικών πληθυσμών που είχαν την ατυχία να κατοικούν σε παραμεθόριες περιοχές. Οι άνθρωποι αυτοί θα σκορπίσουν στις χώρες του σοβιετικού συνασπισμού όπου και θα παραμείνουν για δεκαετίες. Αυτό είναι ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό των εμφυλίων που λήγουν με την ολοκληρωτική επικράτηση της μιας πλευράς: οι ηττημένοι παίρνουν τον δρόμο της εξορίας. Το είδαμε στον Ισπανικό Εμφύλιο, αλλά και στην Κούβα και στο Βιετνάμ με τους «boat people», τους ανθρώπους των πλοιαρίων. Από την άποψη αυτή, οι άνθρωποι που πίστεψαν στο αμερικανικό όραμα για ένα σύγχρονο Αφγανιστάν (κάτι που ώς ένα βαθμό έγινε πράξη στην Καμπούλ, αλλά όχι στην αγροτική ενδοχώρα), οι ηττημένοι δηλαδή ενός πολέμου που πάνω από όλα υπήρξε εμφύλιος, δεν διαφέρουν και τόσο από τους δικούς μας πολιτικούς πρόσφυγες.

Ποια είναι όμως τελικά η σημασία αυτών των συγκρίσεων; Οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν πρέπει να μας κάνουν να παραβλέπουμε τις σημαντικές ομοιότητες μεταξύ τους. Και αν ένα συμπέρασμα είναι πως η «έξωθεν κρατική συγκρότηση» δεν είναι όσο αδύνατη όσο υποστηρίζουν σήμερα οι Αμερικανοί και πως το Αφγανιστάν δικαιούται ένα καλύτερο μέλλον, ένα άλλο είναι η τεράστια απόσταση που καταφέραμε να διανύσουμε. Είναι σημαντικό να μην το ξεχνάμε.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.