ΑΠΟΨΕΙΣ

Χώρα, σε βλέπω

Από τον τίτλο της δράσης και των σημερινών «Αναγνώσεων» προκύπτει και το ερώτημα: ποια χώρα βλέπουμε; Εχει κοινά χαρακτηριστικά ή ακόμη και αυτά στα οποία συμφωνούμε, όταν αρχίσουμε να τα αναλύουμε διαπιστώνουμε μεγάλες αποκλίσεις; Είναι ο ελληνικός κινηματογράφος οδηγός σε μια διαδρομή κακοτράχαλη, με ασυνήθιστες εναλλαγές θερμοκρασίας, με απότομες και επικίνδυνες πτώσεις, αναπόφευκτες αλλά και επωφελείς σε βάθος χρόνου; Διαδρομή δύσβατη, που κάποτε καταλήγει σε ξέφωτα θαυμαστής ομορφιάς που αλλάζουν το βλέμμα μας και τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Το συνοψίζει εύστοχα ο σκηνοθέτης Σύλλας Τζουμέρκας, ένας από τους βασικούς επιμελητές του εγχειρήματος για τη διάσωση, ψηφιοποίηση, προβολή και μελέτη ταινιών του 20ού αιώνα: «Το ελληνικό σινεμά, με την πολυμορφία, το θάρρος, το θράσος, τη διεισδυτικότητα και την υπέροχη αναρχία του, χάρισε στον κόσμο ένα σώμα έργου που είναι μία από τις πιο αυθεντικές καταγραφές του 20ού αιώνα της χώρας».

Το πρώτο μέρος του προγράμματος «Χώρα, σε βλέπω», με προβολές και συζητήσεις, ολοκληρώθηκε την περασμένη Τετάρτη στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Λεπτομέρειες και στοιχεία έχουν επανειλημμένως δημοσιευθεί, όπως και τα ονόματα των φορέων που ένωσαν τις δυνάμεις τους για ένα ιστορικά επωφελές αποτέλεσμα: η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, υπό την αιγίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021».

Εχει σημασία ότι αυτό το πρόγραμμα εντάσσεται στην επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση. Σαράντα δύο ταινίες, σε όποιο είδος κι αν ανήκουν, από τα «Κορίτσια για φίλημα» μέχρι τον «Θίασο» και τον «Ιωάννη τον Βίαιο» και από την «Ευδοκία» και «Το τελευταίο ψέμα» μέχρι «Το δέντρο που πληγώναμε» και «Από την άκρη της πόλης», ψηφιοποιούνται, διασώζονται από την αναπόφευκτη φθορά και παραδίδονται σε 21 Φεστιβάλ, σε 21 πόλεις του κόσμου. Είναι ταινίες που ρωτούν, γιορτάζουν, προκαλούν, αμφισβητούν, επαναδιατυπώνουν. Καταγράφουν τρυφερά και αμείλικτα το τοπίο, τους ανθρώπους και τη συλλογική μας εμπειρία. Κάπως έτσι το περιγράφουν οι, συνεπιμελητές, σκηνοθέτες Σ. Τζουμέρκας και Ελίνα Ψύκου, αποδίδοντας στο γεγονός τη σημασία του. Η χώρα που «βλέπουμε» σε φιλμ μας ακολουθεί και μας συνέχει. Αποτυπώνει όχι μόνο τη σκηνοθετική άποψη, αλλά και την εποχή, ό,τι υπέβοσκε και σπάνια δηλωνόταν ή ό,τι εμφανιζόταν εξωραϊσμένο, τάσεις και αποστάσεις, σκέψεις μύχιες, συνήθειες κοινές ή κρυφές και μυστικές.

Τα «εκτός σχεδίου» σπίτια εκτός πρωτευούσης, μια πόρνη και ένας στρατιώτης, έρωτας και πυράκτωση, ματαίωση και θάνατος. Η Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’70, της Ευδοκίας και του Λοχία, των φτωχών, έξω από γραφικότητες και ρομαντισμούς. Μετά την αρχετυπική ταινία του Αλέξη Δαμιανού, που προβλήθηκε πρώτη, αποκατεστημένη, αιφνιδιάζοντας ακόμη και θεατές που την έχουν δει αμέτρητες φορές, ακολούθησε στην οθόνη της Πειραιώς 260 το «Από την άκρη της πόλης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, τέλη της δεκαετίας του ’90. Αφραγκοι, νεαροί, Ρωσοπόντιοι, που μένουν στο Μενίδι, πέφτουν θύματα οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κάνουν μικροκλοπές για να επιζήσουν, προσπαθούν άγαρμπα να ενσωματωθούν σε μια κοινωνία που τους αποβάλλει. «Εκτός σχεδίου» και αυτοί, εν γένει.

Η χώρα που βλέπουμε και μας «βλέπει». Την κατοικούμε και μας κατοικεί. Μας τρομάζει, μας πνίγει, μας εξουθενώνει αλλά και μας απογειώνει, μας συγκινεί και μας θυμώνει, μας λυτρώνει και μας δεσμεύει. Μας προσδιορίζει. Είναι ο τόπος μας, με πλοκή ή χωρίς πλοκή, σε ελεύθερο συνειρμό, αταξινόμητα και απρόσμενα. Πορτρέτα του χρόνου, της κοινωνίας, των ανθρώπων, ευαίσθητα και οξυδερκή, μελό, παράδοξα, ντροπιαστικά ή γεμάτα από αρετές. Από όλα έχει αυτό το «βλέμμα» που μας συνθλίβει και μας φωτίζει. Το εύρος και ο πλούτος της κινηματογραφικής ιστορίας μας είναι από τα πιο έγκυρα «λυσάρια» δύσκολων εξισώσεων. Το να κοιτάς τις εικόνες στην οθόνη είναι σαν να κοιτάς μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο. Δεν παίρνεις είδηση την αλλαγή, αλλά με το παραμικρό κούνημα οι συνδυασμοί μεταβάλλονται, τα σχέδια ανασυντάσσονται. Είμαστε την ίδια στιγμή θεατές και σκηνοθέτες.