ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Ανεπιθύμητη παραφωνία

Πριν από λίγες μέρες, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιος Κούλογλου τόλμησε να εκφράσει για τον Αλέξη Τσίπρα και την εμφάνισή του στη ΔΕΘ μια άποψη μη διθυραμβική. Είπε ότι ήρθε ισόπαλος με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ότι ο «αγώνας» τους ήταν ανιαρός, ενώ δεν δίστασε να αμφισβητήσει –κάπως εμμέσως, είναι η αλήθεια– τον ηγετικό ρόλο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ σε μια ενδεχόμενη «προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας» (ό,τι και αν σημαίνει το τελευταίο μεγαλεπήβολο σχήμα). Οι αντιδράσεις από το κόμμα, τους φανατικούς του κόμματος και τον στρατό των τρολ, τα οποία όπως πάντα λειτούργησαν με ρομποτικό συντονισμό, ήταν άμεσες και ανθρωποφαγικού τύπου. Ο Κούλογλου αναγκάστηκε να ανασκευάσει με μισή καρδιά, όμως τα συμπεράσματα είχαν ήδη βγει.

Στην πυρά

Η συνήθεια του ΣΥΡΙΖΑ να καταπνίγει κάθε εσωτερική φωνή που απειλεί τη μονοφωνική απολυτότητά του έρχεται σε αντίθεση με τις δημοκρατικές του ευαισθησίες που θίγονται πανεύκολα σε κάθε άλλη περίπτωση. Είναι περίεργο, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να δει παντού παραβιάσεις δικαιωμάτων, κινδύνους για την ελευθερία και φασιστικές απόπειρες επιβολής ομοιομορφίας, αλλά στο σπίτι του δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να απαιτήσει απόλυτη τάξη και συμμόρφωση. Αυτό που παρατηρείται εδώ, όμως, δεν είναι μόνο η ανάγκη για ενιαίο αφήγημα και η συνεπακόλουθη δυσανεξία στην αυτονόμηση· έχουμε να κάνουμε με μένος εναντίον του διαφωνούντος. Στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, τα πάντα γίνονται προσωπικά. Η εκστρατεία απαξίωσης και ακύρωσης που κηρύχθηκε από τους φρουρούς της κομματικής ορθοδοξίας εναντίον του Κούλογλου μαρτυρά, εκτός από ηθικό έλλειμμα, και φόβο: τον φόβο εκείνου που νιώθει ευάλωτος.

Βραδυφλεγείς βόμβες

Η αλήθεια είναι ότι οι παρατηρήσεις του Κούλογλου ούτε αγαθές ήταν ούτε έγιναν χωρίς γνώση όσων θα προκαλούσαν. Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αναφαίρετο δικαίωμα να αξιώνει τη δημιουργία συμπαγούς εικόνας και στρατηγικής, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές του ετερότητες. Τα κόμματα δεν είναι εφημερίδες για να προσφέρουν πληθώρα οπτικών – στο τέλος της ημέρας ο σκοπός τους είναι να προτείνουν μια ορισμένη κατεύθυνση, και αν αυτή την κατεύθυνση δεν δείχνουν να την πιστεύουν οι εκπρόσωποί τους, δεν έχουν κανένα λόγο να την πιστέψουν οι ψηφοφόροι. Υπάρχει σαφής λογική στο ότι οι κομματικές διεργασίες πρέπει να γίνονται εσωτερικά και οι απόψεις να εκφράζονται σε ορισμένο πλαίσιο, κι αυτή έχει να κάνει με την πολιτική αξιοπιστία. Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή σε ένα κόμμα σημαίνει αποδοχή της ιεραρχίας και των αποφάσεών του.

Εθισμένοι στο σόου

Κοντολογίς, αν ο Κούλογλου ήθελε να εκφράσει τη γνώμη του επ’ αγαθώ του ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να το πράξει στα αρμόδια όργανα (και να αγνοηθεί, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Αντ’ αυτού επέλεξε συνειδητά να συγκρουστεί δημοσίως και να δημιουργήσει εντύπωση διάσπασης. Αντίστοιχα, αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να εξομαλύνει την αντίθεση και να διευθετήσει το ζήτημα ειρηνικά, θα μπορούσε να προσεγγίσει τον ευρωβουλευτή του παρασκηνιακά και να αποφύγει το σόου. Επομένως, και ο ΣΥΡΙΖΑ στράφηκε εν γνώσει του στην εμφυλιοπολεμική επιλογή. Τίποτα δεν έγινε κατά τύχη. Οι εσωτερικές διαμάχες του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποσιωπούνται εντέχνως μεταξύ συντρόφων, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και πως δεν τις βλέπουμε.

Ελέω Θεού προεδρία

Η αιτία για όλα τα παραπάνω είναι μία: ο Αλέξης Τσίπρας. Ο πρόεδρος έχει ταυτιστεί με το κόμμα σε νοσηρό βαθμό, σχεδόν αξεδιάλυτα. Η διαφοροποίηση απέναντι στον Τσίπρα λογίζεται ως διαφοροποίηση απέναντι στο κόμμα, στις αρχές του, στο αριστερό ήθος. Η τοτεμοποίηση του προέδρου, λοιπόν, έχει οδηγήσει σε ένα είδος ηγεμονίας με αντιφατική λειτουργία: από τη μία, ο Αλέξης Τσίπρας δίνει στο κόμμα λόγο ύπαρξης· χωρίς αυτόν ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξαφανιζόταν. Από την άλλη, η θεοποίηση προκαλεί ασφυξία. Η λατρευτική περιδίνηση γύρω από έναν πρόεδρο –με σημαντικές μάλιστα ήττες στο ενεργητικό του– δεν είναι ιδιαίτερα δημιουργική πολιτική ενασχόληση. Εντέλει, ο πρόεδρος που γίνεται ένα με το κόμμα μπορεί, ανάλογα με τις εκάστοτε δυνάμεις του, είτε να το εξυψώσει είτε να το πάρει στον πάτο μαζί του. Πολλοί φοβούνται την τελευταία αυτή εκδοχή της κατακρήμνισης, η οποία, βεβαίως, δεν επέρχεται ποτέ μόνη της. Συμπαρασύρει πολιτικές καριέρες, δημοτικότητες, ηθικά πλεονεκτήματα και φιλοδοξίες.

Απλήρωτα κενά

Η Ν.Δ., από την άλλη, έχει αγγίξει το αντίθετο άκρο, με την αντίληψη περί πειθαρχίας των στελεχών της να βρίσκεται σε κατάσταση χάλασης. Η περίπτωση Μπογδάνου είναι ενδεικτική μιας ανέλεγκτης ελευθερίας έκφρασης που συχνά ξεπερνάει την προσωπική τοποθέτηση και εισέρχεται στα χωράφια της ατομικής ατζέντας. Γιατί, ναι, βουλευτές σαν τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο έχουν τη δική τους ατζέντα εγκιβωτισμένη στην ατζέντα του κόμματος, και η δυνατότητά τους να την έχουν προκύπτει από την απροθυμία του κέντρου ελέγχου να ρυθμίσει σοβαρά θέματα, τα οποία οι «αιρετικοί» σπεύδουν να καλύψουν μόνοι, ακόμη και με απαράδεκτες μεθόδους. Η πολιτική φύση αντιπαθεί τα κενά. Από ένα τέτοιο κενό δράσης, άλλωστε, προέκυψε και το «αντάρτικο» Κούλογλου. Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν θα μπορούν για πολύ ακόμη να αποφεύγουν την ενδοσκόπησή τους.