ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι φοβισμένοι και οι φοβικοί

«Οσοι σήμερα υιοθετούν θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με την πανδημία και το εμβόλιο είναι οι άνθρωποι που ανέκαθεν πίστευαν σε θεωρίες συνωμοσίας. Εχουν έναν συνωμοσιολογικό τρόπο σκέψης, που δεν συνδέεται απαραίτητα με τη μόρφωσή τους», ισχυρίζεται ο κοινωνιολόγος Θανάσης Θεοφιλόπουλος στην «Κ» και στην Ιωάννα Φωτιάδη («Κορωνοϊός: Οι ταυτότητες των αρνητών και οι θεωρίες συνωμοσίας. Μια έρευνα δίνει απαντήσεις», «Κ», 20.9.21).

Σημαντική επισήμανση: όσοι πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με τον κορωνοϊό και το εμβόλιο, ανέκαθεν πίστευαν σε θεωρίες συνωμοσίας. Αυτός είναι ο τρόπος που κατανοούν τον κόσμο και τα πράγματα. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να πειστούν ό,τι και να τους πει η κυβέρνηση, ή οι φορείς, ή εμείς οι υπόλοιποι. Είναι σαν να προσπαθείς να πείσεις κάποιον ότι περπάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι ή ότι όντως έγινε το Ολοκαύτωμα από τους ναζί ή ότι η 11η Σεπτεμβρίου δεν είναι προϊόν αμερικανοεβραϊκής συνωμοσίας. 

Οποιαδήποτε εκστρατεία προκειμένου να πειστούν οι άνθρωποι αυτοί είναι καταδικασμένη στην αποτυχία. Είναι καχύποπτοι για τους πάντες και τα πάντα, και την ίδια στιγμή διακατέχονται από μιαν ακλόνητη βεβαιότητα περί των πάντων. Οταν απορρίπτεις κάθε φαινόμενο και είσαι βέβαιος ότι υπάρχει μόνο το κρυμμένο (και νομίζεις πως αυτό είναι σοφία ζωής), το διαζύγιο με την πραγματικότητα είναι εξασφαλισμένο. 

Από την άλλη, υπάρχει και ένα ποσοστό ανθρώπων φοβισμένων και διστακτικών, μπερδεμένων και αναποφάσιστων. Εκεί υπάρχει χώρος για συζήτηση, για εκστρατεία ενημέρωσης. 

Εδώ έγκειται και η διαφορά ανάμεσα στον φοβισμένο και στον φοβικό άνθρωπο. Ανάμεσα στον άνθρωπο που φοβάται (πολύ λογικό σε καιρό πανδημίας) και στον άνθρωπο που έχει φοβίες (που φοβάται ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών). Συχνά ο φοβικός άνθρωπος είναι και συνωμοσιολόγος.

Ως προς τους φοβισμένους, όμως, ο κ. Θεοφιλόπουλος κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Η απομάκρυνση του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα από την καθημερινή ενημέρωση, μετά το πέρας του πρώτου κύματος, στοίχισε πολύ επικοινωνιακά». Σύμφωνα με τον ίδιο, «θα έπρεπε να υπάρχει κεντρική στρατηγική επικοινωνίας, ενώ θα ήταν σημαντικό εξαρχής η επιστημονική κοινότητα να επικοινωνήσει ότι δεν γνωρίζει τον ιό και κινείται σε terra incognita, κάτι που δεν κατέστησε σαφές».

Πολύ σημαντικό: το μεγάλο κύμα καχυποψίας και αντίδρασης επήλθε μετά το πρώτο (επιτυχημένο) lockdown. Καθώς οι αντοχές άρχισαν να φθίνουν, καθώς η κυβέρνηση έμπλεξε σε παλινωδίες, διογκώθηκε και η καχυποψία. Το μικρόβιο της συνωμοσιολογίας μπορεί να μείνει αδρανές για ένα διάστημα και οι εξωτερικές συνθήκες να πυροδοτήσουν την ενίσχυσή του. Κάτι τέτοιο φάνηκε πως συνέβη εδώ. Π.χ., οι αντιφάσεις των ίδιων των γιατρών πάνω στη χρήση της μάσκας, σε αυτό το τόσο απλό, προτού φτάσουμε στους εμβολιασμούς. 

Τα πληρώνουμε τώρα όλα αυτά.