ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια πολιτική ηγεμονία δίχως όραμα

Αν δεχτούμε πως από τα σημαντικότερα κριτήρια για να υπολογίσουμε την αξιοσύνη ενός πολιτικού ηγέτη είναι η μέριμνά του για τη διαδοχή του και η επιλογή κληρονόμου, θα κατατάξουμε την Αγκελα Μέρκελ στη χορεία των αποτυχημένων. Μάρτυρας το 24,1% που απέσπασε ο εκλεκτός της Αρμιν Λάσετ ως υποψήφιος των Χριστιανοδημοκρατών και των Χριστιανοκοινωνιστών. Ποσοστό που υπολείπεται κατά εννέα μονάδες από το αντίστοιχο του 2017, συνιστά δε τη χειρότερη επίδοση του συνασπισμού στη μακρά μεταπολεμική περίοδο. 

Προς (αυτο)παραμυθία της, η κ. Μέρκελ μπορεί να ισχυριστεί ότι μια δεκαεξάχρονη διακυβέρνηση είναι ανέφικτο να μην έχει κόστος και να προσπαθήσει να πείσει (επίσης ανέφικτο) ότι η αιτία του κόστους αυτού δεν είναι πολιτικής τάξεως αλλά ψυχολογικής. Και επιπλέον, να θυμίσει πως η χορεία των ηγετών που αμέλησαν για τη διαδοχή τους ή λάθεψαν παταγωδώς είναι πολυπρόσωπη. Και λειτούργησαν έτσι είτε επειδή ο ναρκισσισμός τους βάθαινε όσο μάκραινε η ηγεμονία τους είτε επειδή έδρασαν σύμφωνα με την πρακτική συμβουλή που έδωσε ο Θρασύβουλος, τύραννος της Μιλήτου, στον απεσταλμένο του Περίανδρου του Κορίνθιου: ένας ηγεμόνας πρέπει να κόβει έγκαιρα τα στάχυα που εξέχουν στον κάμπο όσων τον περιβάλλουν. Για να διατηρεί την υπεροχή του.

Θα μπορούσε άραγε η απερχόμενη καγκελάριος να επικαλεστεί προς αυτοδικαιολόγηση το όραμά της; Να πει ότι, εν πάση περιπτώσει, κληροδότησε στο κόμμα και στη χώρα της το «όραμά της για την Ευρώπη»; Εδώ η πειστικότητά της θα ήταν πολύ χαμηλότερη και από το ποσοστό των Χριστιανοδημοκρατών. Η Γερμανία της κ. Μέρκελ ηγεμόνευε στην Ευρωπαϊκή Ενωση δίχως να εμπνέει. Ή μάλλον ενέπνεε: φόβο και αντιπάθεια. Kαι όχι μόνο στις τέσσερις χώρες που εγκλείστηκαν δίκην παριών στο ίδρυμα φρονηματισμού με τον ανεπίσημο τίτλο PIGS. Στη ζυγαριά της πολιτικής, η πρόσφατη δήλωση μεταμέλειας της καγκελαρίου («απαίτησα πολλά από τους Ελληνες») είναι απλώς αβαρής.

Στις μετεκλογικές δηλώσεις του, ο νικητής Ολαφ Σολτς είπε πως «η Γερμανία χρειάζεται αλλαγή, μια νέα αρχή»: Ιδού η «αλλαγή» της Ν.Δ. και η «νέα αρχή» του ΣΥΡΙΖΑ, τα νέα –πλην πεπαλαιωμένα– συνθήματά τους. Ιδού δηλαδή ό,τι απέμεινε από το ελληνικό στίγμα της γερμανικής πολιτικής σκηνής, ευδιάκριτο στις επί κρίσεως εκλογές, οπότε η καλλιεργημένη αποστροφή προς τους «τεμπέληδες του Νότου» έθρεψε τους ακροδεξιούς της Εναλλακτικής. Τι άλλο χρειαζόμαστε για να πειστούμε ότι στην κομματική ρητορική των κοινοτοπιών δεν υπάρχουν αποκλειστικοί ιδιοκτήτες;