ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ψηφιακή ατζέντα των εποπτικών αρχών

Κίνδυνος νέου τύπου απειλεί την ελληνική αγορά γενικά, αλλά και πολλές εταιρείες. Είναι το ρίσκο της ψηφιακής οικονομίας και ιδιαίτερα της τεχνητή νοημοσύνης. 

Η αόρατη ακόμη απειλή δεν έχει γίνει αισθητή, όμως μπορεί να έχει δραστικές συνέπειες όχι στο απώτερο μέλλον, αλλά πολύ πιο σύντομα από ό,τι φανταζόμαστε. Μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάγνωση αυτού του κειμένου, κάπου, κάποιος αλγόριθμος μπορεί να έχει καταλήξει σε συμπέρασμα που σας αφορά.

Οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης αλλάζουν δραστικά τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, και ευρύτερα τον τρόπο που εργάζονται οι άνθρωποι, τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τον τρόπο ζωής των κοινωνιών. Η πανδημία επιτάχυνε τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ενισχύοντας ψηφιακά συστήματα πληρωμών, κεντρικές τράπεζες σχεδιάζουν ψηφιακά νομίσματα και το περιβάλλον γίνεται περισσότερο πολύπλοκο.

Και δεν αλλάζει μόνον ο τρόπος που πωλούν ή εισπράττουν οι επιχειρήσεις, αλλάζει δραστικά και ο ανταγωνισμός. Κάποιοι κινδυνεύουν να χάσουν την αγορά τους πριν καταλάβουν τι έχει συμβεί. Εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης καθιστούν εύκολες τις κρυφές συμφωνίες ή και τη συμπαιγνία εταιρειών εις βάρος των καταναλωτών, ανταγωνιστών και της αγοράς. Το πρόβλημα είναι ότι με τη χρήση της τεχνολογίας οι συνεννοήσεις μπορεί να γίνονται χωρίς ρητή συμφωνία μεταξύ των εταιρειών. Και παρότι αυτός ο τύπος συμπαιγνίας μπορεί προφανώς να βλάψει τους καταναλωτές, μάλλον δεν καλύπτεται από το δίκαιο του ανταγωνισμού, καθιστώντας δύσκολη την τεκμηρίωσή του. Πρακτικές που πάντα υπήρχαν, όπως η συμπαιγνία εταιρειών και η καταχρηστική συμπεριφορά, τώρα αποκτούν νέες δυνατότητες άσκησης. Παραδοσιακοί παίκτες θα αντιληφθούν τον λόγο που έχασαν την αγορά όταν θα είναι αργά… 

Βέβαια, η ψηφιακή τεχνολογία, και συγκριμένα η τεχνική νοημοσύνη, προσφέρει εντυπωσιακά πλεονεκτήματα. 

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει τις συναλλαγές, να αυξήσει την αποτελεσματικότητα της αγοράς, να ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να βελτιώσει την εμπειρία των πελατών. Οι τράπεζες, μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες, χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη, μειώνοντας το κόστος και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα. Είναι ένα θαύμα. Καθώς όμως οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο στις επιχειρήσεις, δημιουργούν κινδύνους για τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και τη σταθερότητα των αγορών.

Ετσι επιστρέφουμε σε παλιές αρχές, αφού συνειδητοποιούμε την ιδιαίτερη σημασία της παραδοσιακής αξίας της εμπιστοσύνης. Η αποκατάσταση αισθήματος εμπιστοσύνης που πρέπει να αποκτήσουν οι καταναλωτές και οι αγορές, γίνεται μεγαλύτερη ανάγκη. Και η ευθύνη ανήκει στους νομοθέτες, αλλά κυρίως στις εποπτικές αρχές κάθε τομέα και αγοράς, που τώρα έχουν μεγαλύτερη ευθύνη να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Σε αυτά περιλαμβάνεται πλέον και η υποχρέωση να εξηγείται πλήρως ο τρόπος με τον οποίο οι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης καταλήγουν σε αποφάσεις.

Οσοι συμμετέχουν στην αγορά πρέπει να γνωρίζουν πότε χρησιμοποιείται η τεχνητή νοημοσύνη, πώς αναπτύσσεται και λειτουργεί, προκειμένου να προωθηθεί η λογοδοσία και να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι προκατάληψης και διακρίσεων. Η ακατάλληλη, ανεξέλεγκτη χρήση ψηφιακών δεδομένων υπονομεύει την εμπιστοσύνη.

Οι εποπτικές αρχές πρέπει να εξασφαλίσουν πλήρη διαφάνεια. Να ενισχύσουν τη δυνατότητα σαφούς και ειλικρινούς εξήγησης όσων συμβαίνουν χάρη στην τεχνολογία, να επιβάλουν τη λογοδοσία. Να επιμένουν σε ξεκάθαρες πρακτικές διαχείρισης δεδομένων.

Αν δεν καταφέρουν να ανταποκριθούν στο καθήκον αυτό, δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Θα έχουν αυτοκαταργηθεί και θα ισχύουν οι κανόνες της ζούγκλας.