ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Πατριάρχης και ο Πρόεδρος Μπάιντεν

Δεν είναι εύκολο να υπολογίσεις τη δύναμη ενός θρησκευτικού ηγέτη. Το 1935, όταν ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών παρότρυνε τον Στάλιν να κάνει κάποια παραχώρηση στους Καθολικούς της Ρωσίας, έλαβε την περιπαικτική απάντηση: «Πόσες μεραρχίες έχει ο Πάπας;». Ο Σοβιετικός ηγέτης δεν φανταζόταν ότι μισό αιώνα αργότερα, η ηθική επιρροή ενός Πολωνού ποντίφικα θα βοηθούσε να τερματιστεί η κυριαρχία της Μόσχας στην ανατολική Ευρώπη.

Οταν ο Τζο Μπάιντεν θα συνομιλήσει με τον Οικουμενικό Πατριάρχη αργότερα αυτόν το μήνα, ο πιο ισχυρός επίγειος ηγέτης του κόσμου θα έχει μπροστά του μια πνευματική προσωπικότητα που διαθέτει έναν μοναδικό συνδυασμό αδυναμίας και ηθικής ισχύος. Οταν το προσωπικό του Λευκού Οίκου ετοιμάσει το ενημερωτικό έγγραφο για τον πρόεδρο, θα δυσκολευτεί να περιγράψει με λίγες λέξεις τους λόγους για τους οποίους ο επισκέπτης αυτός είναι τόσο σημαντικός. Πρόκειται για ένα ζήτημα που διαφεύγει την απλή ερμηνεία.

Ο Παναγιώτατος δεν διαθέτει, φυσικά, καμία απολύτως μεραρχία. Αν και πνευματικός ηγέτης παγκοσμίου κύρους, ζει σε ένα ταπεινό ξύλινο κτίριο δίπλα στο Χρυσόν Κέρας και προεξάρχει λειτουργιών, πολυσύνθετης ομορφιάς, όπου το τοπικό εκκλησίασμα είναι από ελάχιστο έως ανύπαρκτο.

Η ίδια η επιβίωσή του στη γενέτειρά του ήταν πάντα επισφαλής. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, η διατήρηση του ιστορικού αξιώματός του –ενός από τους παλαιότερους θεσμούς στον κόσμο– αποτέλεσε ένα είδος διπλωματικού και πολιτικού θαύματος.

Και παρ’ όλα αυτά, το προσωπικό του κύρος –ως υπέρμαχος της διαθρησκειακής κατανόησης και υπερασπιστής του φυσικού περιβάλλοντος, μεταξύ άλλων– έχει αναγνωριστεί ευρέως, εντός και εκτός του θρησκευτικού κόσμου. Το περιοδικό Time ή η βρετανική εφημερίδα Guardian δεν φημίζονται για το ενδιαφέρον τους για μυστηριακά θεολογικά θέματα, ωστόσο και τα δύο μέσα ενημέρωσης έχουν αναγνωρίσει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο ως μία από τις προσωπικότητες με την πιο ευγενή επιρροή στον κόσμο.

Αξίζει να θυμηθούμε πώς εκτυλίχθηκε το θαύμα της επιβίωσης του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, διότι οι συνέπειές του παραμένουν αισθητές.

Από τον Δεκέμβριο του 1922, καθώς Ελληνες και Τούρκοι διαπραγματευτές ειρήνης ξεκινούσαν τις συνομιλίες στη Λωζάννη, οι νικητές ήταν ανένδοτοι ότι το Πατριαρχείο, στιγματισμένο από τη σχέση του με την ελληνική πολεμική δραστηριότητα, έπρεπε να εγκαταλείψει την πόλη. Η Ελλάδα και η Βρετανία αντιστάθηκαν σθεναρά. Ο Λόρδος Κάρζον, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών που προήδρευε της διάσκεψης, δήλωσε ότι η συνείδηση ολόκληρου του κόσμου θα προσβαλλόταν αν αυτός ο αρχαίος θρησκευτικός θεσμός απομακρυνόταν από την ιστορική του έδρα. Σε αυτό τον υποστήριξε σθεναρά η Αγγλικανική Εκκλησία, η οποία μπορεί να θεωρούσε το Πατριαρχείο αντίβαρο στην επιρροή του Βατικανού στους χριστιανούς της Ανατολής.

Την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου 1923, επιτεύχθηκε ένας προσεκτικός συμβιβασμός. Ο Ισμέτ Πασάς δήλωσε ότι, ως πράξη υπέρτατης καλής θέλησης, η χώρα του θα επέτρεπε την παραμονή του Πατριαρχείου – αλλά μόνο αν αυτό περιοριζόταν σε καθαρά πνευματικές δραστηριότητες και παραιτούνταν από τον διοικητικό ρόλο (ο οποίος περιελάμβανε σημαντική επιρροή στη ζωή των ορθόδοξων χριστιανών της αυτοκρατορίας) που είχε ασκήσει κατά την οθωμανική εποχή. Ο Ριζά Νουρ, ο οποίος είχε την οξύτερη γλώσσα μεταξύ των Τούρκων αντιπροσώπων, κατέληξε πικρόχολα στο συμπέρασμα ότι το να αφήσουμε το Πατριαρχείο να παραμείνει θα ήταν ίσως ένας τρόπος «να κρατήσουμε το φίδι στην τρύπα του».

Τουλάχιστον, το παζάρι για το Πατριαρχείο βοήθησε να ανοίξει ο δρόμος για ένα ευρύτερο ελληνοτουρκικό σύμφωνο, βάσει του οποίου κάθε χώρα αντάλλαξε επίσημα θρησκευτικές μειονότητες, με τις προσεκτικά καθορισμένες εξαιρέσεις των Οθωμανών μουσουλμάνων στη Δυτική Θράκη και των Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη ώς το 1918. Η συμφωνία αυτή, με τη σειρά της, έγινε μέρος της ειρηνευτικής συνθήκης της Λωζάννης, η οποία περιελάμβανε υποσχέσεις για σεβασμό των εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Ομως, όπως έγινε σύντομα σαφές, οι εξαιρέσεις από την ανταλλαγή πληθυσμών ήταν πιο αμφιλεγόμενες πολιτικά από την ίδια την ανταλλαγή. Αυτή είχε καταστροφικές συνέπειες για εκατοντάδες χιλιάδες απλούς ανθρώπους, αλλά η εφαρμογή της ελάχιστα διατάραξε το διπλωματικό κλίμα μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας. Η μοίρα όσων παρέμειναν –συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη– ήταν ένα άλλο θέμα.

Μέσα σε δύο χρόνια, οι ελληνοτουρκικές εντάσεις για το Πατριαρχείο έφτασαν σε οριακό σημείο. Τον Δεκέμβριο του 1924 εκλέχθηκε Πατριάρχης ο οποίος, κατά την τουρκική άποψη, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνιμος κάτοικος της πόλης και, ως εκ τούτου, υπόκειτο σε υποχρεωτική απέλαση βάσει της ανταλλαγής πληθυσμών.
Τον επόμενο μήνα, ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος συνελήφθη και στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου τον υποδέχτηκε ένα εξαγριωμένο πλήθος που απαιτούσε άμεση διακοπή των σχέσεων. Μία αναζωπύρωση του πολέμου με την Τουρκία φαινόταν πιθανή. Το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» στις 31 Ιανουαρίου 1925 αποτυπώνει την ένταση των αντιδράσεων. «TO OIKOYMENIKON ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΤΕΛΥΘΗ. ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΥΝΕΛΑΒΟΝ ΚΑΙ ΕΞΕΔΙΩΞΑΝ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ. ΑΔΥΝΑΤΟΣ Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ»…

Η Ελλάδα προετοιμάστηκε να θέσει το ζήτημα στην Κοινωνία των Εθνών, η οποία είχε τη διαιτησία της Συνθήκης της Λωζάννης και της εφαρμογής της. Η Τουρκία αντέτεινε οργισμένα ότι η παρουσία του Πατριαρχείου δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας της Λωζάννης, αλλά ένα καθαρά εσωτερικό ζήτημα, που προέκυπτε από μια μονομερή χειρονομία καλής θέλησης.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις απέφυγαν τη σύγκρουση. Εξελέγη νέος Πατριάρχης του οποίου το νομικό δικαίωμα να παραμείνει στην Τουρκία δεν αμφισβητήθηκε. Ωστόσο, είχε αναδειχθεί η βαθιά διαφωνία σχετικά με το καθεστώς του Πατριαρχείου, η οποία παραμένει άλυτη μέχρι σήμερα.

Από την τούρκικη σκοπιά, το Πατριαρχείο ήταν ένας εγχώριος θεσμός, υπεύθυνος μόνο για την τοπική ελληνική κοινότητα. Ενα διάταγμα του Δεκεμβρίου του 1923 όρισε την απαίτηση οι υποψήφιοι για το Πατριαρχείο να είναι ελληνορθόδοξοι κληρικοί με τουρκική υπηκοότητα.

Για την Ελλάδα, το αρχαίο αξίωμα αποτελεί θέμα έντονης και εύλογης ανησυχίας στις διμερείς συζητήσεις με την Τουρκία, όχι μόνο επειδή τόσο πολλοί Ελληνες πολίτες επιθυμούν διακαώς την επιβίωσή του. Η ευημερία του Πατριαρχείου είναι επίσης, για τους Ελληνες, ένα διεθνές ζήτημα, δεδομένου του πρωτείου που κατέχει η έδρα της Κωνσταντινούπολης στον ευρύτερο ορθόδοξο κόσμο. Οι ακριβείς προεκτάσεις αυτού του πρωτείου αμφισβητούνται έντονα, χωρίς όμως να αμφισβητείται το ίδιο το πρωτείο.

(Πράγματι, το διεθνές καθεστώς το οποίο απολαμβάνει το Πατριαρχείο μπορεί κατά καιρούς να αποτελεί πονοκέφαλο, αλλά και πηγή υπερηφάνειας και κύρους για την Ελλάδα. Ακριβώς επειδή το Πατριαρχείο έχει διεθνή ρόλο –άλλοτε καθαρά συμβολικό, άλλοτε πολύ ουσιαστικό– οι ενέργειες και οι δηλώσεις του μπορεί να μη συμπίπτουν πάντα με την εθνική πολιτική της Ελλάδας. Αυτό το δίλημμα υπήρχε από τα τέλη του 19ου αιώνα. Οταν ανέλαβε τα καθήκοντά του ο μεγάλος εκκλησιαστικός και εθνικός ηγέτης Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄, οι πολιτικοί στην Αθήνα ανέμεναν ότι θα τηρούσε την πιο σκληρή δυνατή στάση στην αναδυόμενη εκκλησιαστική διαμάχη με τους Βούλγαρους. Προς απογοήτευσή τους, ο Πατριάρχης υιοθέτησε μια πιο διαλλακτική γραμμή, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρύτερα συμφέροντα της Ορθοδοξίας. Ομως οι μετέπειτα γενιές Ελλήνων ιστορικών τον είχαν συγχωρέσει προ πολλού.)

Κατά τη διάρκεια της ζωής του Βαρθολομαίου Α΄, η οποία ξεκίνησε στο νησί της Ιμβρου το 1940, η μοίρα του Πατριαρχείου αντικατοπτρίζει όλες τις φονικές αναταραχές της περιοχής και του ευρύτερου κόσμου. Η θητεία του Πατριάρχη Αθηναγόρα (1948-1972) ξεκίνησε μέσα σε ένα αισιόδοξο κλίμα φιλίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά σημαδεύτηκε από μια σειρά ολέθριων γεγονότων που κόντεψαν να τερματίσουν την ύπαρξη του τοπικού ποιμνίου του: τις ανθελληνικές ταραχές του Σεπτεμβρίου 1955, τις απελάσεις του 1964 και το κλείσιμο της ιερατικής σχολής της Χάλκης το 1971. Ο Πατριάρχης Δημήτριος (1972-1991) εργάστηκε αθόρυβα και επιμελώς στον τομέα της θρησκευτικής διπλωματίας, αλλά οι δραστηριότητές του περιορίστηκαν αυστηρά από τις τουρκικές αρχές.

Οταν ο Βαρθολομαίος Α΄ ενθρονίστηκε τον Νοέμβριο του 1991, είχε την πιο επιφυλακτική άποψη για τις προοπτικές του Πατριαρχείου. Σε μία από τις πρώτες του δηλώσεις, χρησιμοποίησε το απόσπασμα της Καινής Διαθήκης, «η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται».

Με αντικειμενικούς όρους, η κοσμική αδυναμία και η ευαλωτότητα του Πατριάρχη παραμένουν αισθητές όσο ποτέ άλλοτε. Και όμως, ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν θα συναντούσε τον Παναγιώτατο αν δεν ήταν, με κάποια πιο αδιόρατη έννοια, πολύ ισχυρός.
 
* O κ. Bruce Clark γράφει για τον Economist θέματα ιστορίας, πολιτισμού και θρησκείας.