ΑΠΟΨΕΙΣ

Στα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη

sta-peninta-chronia-apo-ton-thanato-toy-giorgoy-seferi-561522688

Ενα από τα σημαδιακότερα ποιήματά του ο Γιώργος Σεφέρης δεν το διάβασε ποτέ. Γιατί το έγραψε διά του θανάτου του. Διά της πάνδημης κηδείας του μάλλον, πριν από μισόν αιώνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 1971, που εξελίχθηκε σε αυθόρμητη αντιδικτατορική διαδήλωση. Το συγκινημένο το πλήθος που είχε σπεύσει στην Πλάκα, στη μικρή εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, πορεύτηκε έως το Α΄ Νεκροταφείο. Και αποχαιρέτησε τον ποιητή φωνάζοντας μονολεκτικά συνθήματα, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο και τραγουδώντας ένα δικό του ποίημα, την «Αρνηση», και το κρητικό δημοτικό «Πότε θα κάνει ξαστεριά».

Σοφές όλες οι επιλογές. Στα συνθήματα «Ελευθερία! Ελευθερία!» ή «Δημοκρατία! Δημοκρατία» που ακούστηκαν, δειλά στην αρχή, παθιασμένα έπειτα, περίττευαν και τα ρήματα και τα επίθετα. Οι δύο πρώτες στροφές του «Υμνου εις την ελευθερίαν», ό,τι κι αν υποστούν από χείλη λερά, όσο κι αν συκοφαντηθούν από διαστρεβλωτές και καταχραστές, θα είναι εσαεί το αγαπημένο καταφύγιο και το πεντάγερο αποκούμπι μας σε κάθε βαριά στιγμή. Μόνο που χρειάζεται κάθε τόσο να τις ανακτούμε απ’ όσους τις σφετερίζονται και τις μαγαρίζουν. Τους χουντικούς τότε, τους φιλοχουντικούς, τους νεοφασίστες και τους χρυσαυγίτες νεοναζιστές στη μεταπολίτευση. Οπαδοί της ανελευθερίας όλοι τους, λέρωσαν και λερώνουν τα σολωμικά διανοήματα και αισθήματα, μετατρέποντας λέξεις ερωτευμένες με την ελευθερία σε λέξεις βαριά χτυπημένες από την αρρώστια του μίσους για κάθε δημοκράτη, για κάθε μη φιλοτύραννο. 

Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», άσχετα με την πιθανή καταγωγή του από βουκολικό-κυνηγετικό ριζίτικο, είχε μετατραπεί σε φιλελεύθερο θούριο από την απαράμιλλη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, για να παρηγορήσει και να καλλιεργήσει προσδοκίες. Τέλος, τραγουδώντας την «Αρνηση», ένα από τα πρώτα ποιήματα του Σεφέρη, ο δήμος απέδιδε ένα ελάχιστο της οφειλής του στον μεγάλο ποιητή και συγχρόνως δήλωνε τη δική του, άλλου τύπου άρνηση· την άρνηση της ανελευθερίας. Ποτέ άλλοτε δεν δικαιώθηκε με τόσο πάθος μια άνω τελεία λαθεμένα τονισμένη στη μελοποίηση του ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη και στο τραγούδισμά του από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Και ποτέ άλλοτε ένα ερωτικό τραγούδι δεν οπλίστηκε με τόσο οξύ και ευθύ πολιτικό περιεχόμενο, χωρίς ωστόσο και να χάσει τον γενέθλιο χαρακτήρα του. Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι.  

Το πλήθος της διαδήλωσης γινόταν ένας μπάτης τις στιγμές εκείνες, και πολεμούσε να σβήσει την άθλια, την υβριστική γραφή των δικτατόρων. Που δεν χαραζόταν δυστυχώς πάνω στην άμμο αλλά πάνω στο σώμα των αγωνιστών που βασανίζονταν. Πάνω στο σώμα της Ελλάδας. Τραγουδούσαν και θυμούνταν όσοι έσμιξαν για λίγο κάτω από τον προστατευτικό ίσκιο του Σεφέρη, πενήντα χρόνια πριν. Οι πιο ενήμεροι μιλούσαν για το ποίημά του «Οι γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα» που είχε δημοσιευτεί μόλις πριν από τρεις εβδομάδες, στις 29 Αυγούστου, στην κυπριακή εφημερίδα «Χαραυγή». Τη δίστιχη ημερολογιακή σημείωσή του, το καλοκαίρι του 1968, με τον τίτλο «Από βλακεία» («Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;»), δεν θα μπορούσαν να την ξέρουν. 

Ολοι πάντως ήξεραν και θυμούνταν ότι ο Σεφέρης δεν είχε δημοσιεύσει τίποτε στην Ελλάδα μετά την 21η Απριλίου 1967. Και μνημόνευαν τη δήλωσή του κατά της χούντας δυόμισι χρόνια νωρίτερα, στις 29 Μαρτίου 1969, που ξεκινούσε ακριβώς με την υπόμνηση της ηθελημένης σιωπής του, την εξήγησή της (δεν θέλησε να δημοσιεύσει τίποτε αφότου «φιμώθηκε η ελευθερία») αλλά και την επιβαλλόμενη εκείνη τη στιγμή άρση της: 

«Κλείνουν δυο χρόνια από τότε που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας, και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη, στεκάμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο. Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα· όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό». 

Είναι φορές που ένας άνθρωπος βαριά έμπειρος και βαθιά καλλιεργημένος, όχι οπωσδήποτε ποιητής, ακούει τον καβαφικό «ήχο των πλησιαζόντων γεγονότων». Ο Σεφέρης ήταν αυτής της κατηγορίας. Μπορούσε να διαβάσει έγκαιρα και σωστά το μέλλον γιατί είχε μέσα του, συμπυκνωμένο, όλο τον ελληνικό χρόνο, «αιώνες φαρμάκι».
Κανείς ωστόσο απ’ όσους συμμετείχαν στο ξόδι του ποιητή δεν θα μπορούσε να φανταστεί ποια μορφή θα έπαιρνε η «αναπότρεπτη τραγωδία» που προέβλεπε. Οτι θα χρειαζόταν να σκοτωθούν δεκάδες άνθρωποι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και να πατηθεί από τα άρβυλα του τουρκικού στρατού, και να χαθεί, το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Και κανείς, μα κανείς δεν θα μπορούσε να υποθέσει ότι έπειτα από πενήντα χρόνια, με τη δημοκρατία επιτέλους εμπεδωμένη, παρ’ όλα τα προβλήματά της, θα απολάμβαναν κυβερνητικά αξιώματα, και όχι από τα δευτερεύοντα, φιλοχουντικά βλαστάρια και είρωνες αμφισβητίες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πολιτικοί που αρνούνται ότι σκοτώθηκαν άνθρωποι στις 17 Νοέμβρη 1973 και μέχρι χθες ακόμα διέδιδαν το αισχρό ψεύδος ότι οι εξεγερμένοι, εκτός που φταίνε για την εισβολή των Τούρκων στη μεγαλόνησο, «ήταν πράκτορες της CIA». 

Οχι, ούτε καν ο σοφός Σεφέρης δεν θα μπορούσε να εικάσει ότι «το κακό θα προχωρούσε» τόσο πολύ ώστε να επιβάλει σαν νόμους της Φύσης ή της Ιστορίας τα δόγματα του κυνισμού, του ωχαδερφισμού, του –ας το πω– δεβαριεσισμού. «Δε βαριέσαι, παλιά ξινά σταφύλια τα βοριδικά, τα γεωργιαδικά, τα πλευρικά. Δεν χρειάζεται καν να ανακοινώσουν μια ψεύτικη συγγνώμη τα παλικάρια, σαν κι αυτή που ψιθύρισαν για τον αντισημιτισμό τους». 
Σε καιρούς δημοκρατίας ζούμε και ελευθερίας. Και σήμερα όμως μπορούμε ή πρέπει να μιλήσουμε για «ελώδη, στεκάμενα νερά» και για τις ηθικές και πνευματικές αξίες που απειλούνται «να καταποντιστούν μέσα» τους. Η «κρίση», ο όρος αυτός που σκιάζει τον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο πολλά χρόνια τώρα, δεν αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά μεγέθη. Στη διάρκειά της μάθαμε να ανεχόμαστε πολλά, να συγχωρούμε πολλά (όχι από μεγαλοκαρδία αλλά σαν βυθισμένοι στη σεφερική «νάρκη»), να καταπίνουμε πολλά – πολλά «παράδοξα», αμοραλιστικά, αντιδημοκρατικά, αντικοινωνικά, γενικώς φαρμακερά. Και δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’χουμε την ίδια μοίρα με τις γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα ή με τον Μιθριδάτη.