ΑΠΟΨΕΙΣ

Φώφη Γεννηματά: Φωνήεντα

fofi-gennimata-fonienta0Οι 5.000 στις 138.000 είναι 3,6%. Ποιος θέλει στα σοβαρά να γίνει πρόεδρος αν δεν έχει την υποστήριξη τουλάχιστον του 3,6% των μελών του κόμματος; Και ποιος πιστεύει ότι αρκεί να καταθέσει υπογραφές από αλλού –από θαλερά ΚΑΠΗ και ζωηρά σωματεία Ποντίων– για να δικαιολογήσει την υποψηφιότητά του για το κόμμα;

Η διερώτηση έχει ενδιαφέρον μόνο για τους φανατικούς της μικροπολιτικής – και για όσους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το ΚΙΝΑΛ σαν μουσείο πολιτικής λαογραφίας.

Ο καβγάς για το ποιος έχει δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα υποκρύπτει μια αμοιβαία καχυποψία για το πώς σχεδιάζεται τακτικά η μάχη του πρώτου γύρου. Οι μεν λένε ότι η Γεννηματά φοβάται ότι θα πριμοδοτηθεί ο Καστανίδης για να της κόψει ψήφους. Οι δε ισχυρίζονται ότι επιχειρείται αθέμιτος αποκλεισμός του εκ Θεσσαλονίκης βουλευτή. 

Εχει, πάντως, ενδιαφέρον ότι η συζήτηση γίνεται στο πλαίσιο της καμπάνιας του πρώτου γύρου· ότι δηλαδή η πρόεδρος του κόμματος δεν θεωρεί εξασφαλισμένη τη συμμετοχή της στην τελική μάχη για τη διατήρηση της θέσης της.

Ως εκδήλωση αυτής της αγωνίας μπορεί να εκλάβει κανείς και το γεγονός ότι ήταν η ίδια που σήκωσε τους τόνους, κατηγορώντας τους αντιπάλους της –που κάποτε εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ– για ελλιπή κομματικό πατριωτισμό και καλώντας τους να περάσουν από τη Χαριλάου Τρικούπη «να τους πει όσα φωνήεντα θέλουν».  

Η προεκλογική περίοδος άρχισε με μελόδραμα επί της διαδικασίας.

Ακόμη κι αν το ύφος ήταν κάπως απροσδόκητο, η γραμμή δεν είναι. Η Γεννηματά αναμενόταν ότι θα έπαιζε το χαρτί της «συνέχειας» και της «ενότητας».

Θα αυτοπροβαλλόταν, όπως ήδη το κάνει, ως η κολόνα που κρατάει όρθια τα ντουβάρια στη Χαριλάου Τρικούπη. Γι’ αυτό και ορισμένοι υποστηρικτές της φθάνουν στο σημείο να παρουσιάσουν μια αναμέτρηση μεταξύ των αντιπάλων της ως «δυνάμει διχαστική». Ενώ το «Φώφη – Ανδρουλάκης» είναι, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ένα ματς διαχειρίσιμων παρενεργειών. Το έχουμε ξαναδεί.

Ο ευρωβουλευτής, πάντως, έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να μείνει εκτός αρένας – γεγονός που αποτυπώθηκε και στην αποχή των στελεχών της επιρροής του από την ψηφοφορία της Κεντρικής Επιτροπής. Εμειναν αδρανείς, σαν να μην τους αφορούσε η επίδικη αντιπαράθεση – σε αντίθεση με τους υποστηρικτές του Λοβέρδου, οι οποίοι βρήκαν τη στιγμή κατάλληλη για να ξεδιπλώσουν το ταμπεραμέντο τους. 

Η εσωκομματική αντιπαράθεση εξαντλείται έτσι στο μελόδραμα επί της διαδικασίας και στη συζήτηση περί παλινόρθωσης των ιερών εικόνων – των συμβόλων και του ονόματος.

Αν είναι αυτό το ερώτημα που θα κυριαρχήσει στην κάλπη, τότε το κόμμα –όπως κι αν το ονομάσουμε– δεν ψάχνει πρόεδρο. Ψάχνει αντικέρ.