ΑΠΟΨΕΙΣ

Το… κλάδεμα Μπογδάνου και η επιτηδευμένη αγανάκτηση Δένδια

Υστερα από μια καταστροφική δεκαετία η χώρα, παρά τις δυσκολίες της εποχής, έχει αρχίσει να κερδίζει με ταχείς ρυθμούς το χαμένο έδαφος. Το άλλοτε μαύρο πρόβατο της Ευρώπης, εν μέσω πανδημίας προβάλλεται ως θετικό παράδειγμα και όλα δείχνουν ότι οι προοπτικές είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξες. Αν δεν συμβεί κάτι συνταρακτικό το επόμενο διάστημα, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα διευκολύνουν περαιτέρω μειώσεις φόρων και εισφορών, για να υπάρξει επιτέλους μια ανάσα στη λεγόμενη μεσαία τάξη. Οχι μόνον για λόγους δικαιοσύνης, αλλά πρωτίστως για τη συμβολή της στην αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας, αφού αποτελεί το κρίσιμο μέγεθος που επηρεάζει σημαντικά την πορεία της αναπτυξιακής δυναμικής.

Απαραίτητος ένας λογαριασμός κόστους – οφέλους και ένας στοιχειώδης έλεγχος για τα κάθε λογής ψώνια που κυκλοφορούν αδέσποτα στα κομματικά γραφεία και πέριξ αυτών.

  Την ίδια στιγμή φαίνεται πως οι πρωτοβουλίες που οδήγησαν στην ελληνογαλλική συμφωνία αμυντικής συνεργασίας δημιουργούν ένα περιβάλλον ασφαλείας, που είναι προϋπόθεση για την οικονομική πρόοδο. Μπορεί η ένταση με την Τουρκία να μην κοπάσει σύντομα, αλλά τα δεδομένα έχουν σαφώς ανατραπεί. Η χώρα βρίσκεται, χωρίς αμφιβολία, σε πλεονεκτική θέση ύστερα από πολλά χρόνια και αφού χρειάστηκε να δείξει αποφασιστικότητα την τελευταία διετία πολλές φορές.

 Ενώ λοιπόν όλα μοιάζουν να εξελίσσονται θετικά για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και μπορεί να σχεδιάζει με σχετική άνεση τις επόμενες κινήσεις της, ενσκήπτουν από το πουθενά προβλήματα με τις παρεμβάσεις ενός νάρκισσου βουλευτή. Βεβαίως ο εν λόγω διεγράφη με συνοπτικές διαδικασίες και η υπόθεση κλείνει χωρίς συνέπειες για την κοινοβουλευτική ισχύ της κυβερνητικής παράταξης και την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του κ. Μητσοτάκη. Αν και ορισμένοι σκέφτηκαν με την ευκαιρία να ανοίξουν περπατησιά για να εγγράψουν μελλοντικές υποθήκες, αναγκάστηκαν εντός 24ώρου να αναθεωρήσουν και να δηλώσουν πίστη στον αρχηγό. Ο υπερβάλλων ζήλος του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια στη Βουλή τον εξέθεσε, ενώ επί της ουσίας έκανε το σωστό. Το πρόβλημα δεν ήταν όσα είπε, αλλά η επιτηδευμένη αγανάκτηση και ο προσωπικός τόνος.

 Κατά τα λοιπά, όλοι γνωρίζουν –και πάντως σίγουρα οι ασχολούμενοι με την πολιτική επί σειράν ετών–ότι ένας πρωθυπουργός με προοπτική σχεδόν βεβαίας επανεκλογής, μάλλον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν στο κόμμα του και όσοι βιάζονται κινδυνεύουν να σκοντάψουν. Το πρόβλημα όμως με επιλογές τύπου Μπογδάνου δεν είναι η απομάκρυνσή τους, που άργησε, αλλά η ένταξή τους στις λίστες υποψηφιότητας, που πρέπει να γίνει μάθημα για το μέλλον. Ασφαλώς ένα κόμμα εξουσίας είναι πολυσυλλεκτικό και ως εκ τούτου ανάλογη θα είναι και η εκπροσώπησή του στα ψηφοδέλτια. Ωστόσο, είναι απαραίτητος ένας λογαριασμός κόστους – οφέλους και ένας στοιχειώδης έλεγχος για τα κάθε λογής ψώνια που κυκλοφορούν αδέσποτα στα κομματικά γραφεία και πέριξ αυτών. Οσοι θεωρούν ότι έχουν ακόμη ανοικτούς λογαριασμούς από τον εμφύλιο ή ότι «η χούντα δεν τελείωσε το ’73…» ας το κοιτάξουν με τον ψυχαναλυτή τους. Ο τόπος δεν έχει την πολυτέλεια της ομφαλοσκόπησης και της σύγκρουσης των φαντασμάτων του παρελθόντος. Η υπόθεση γενικώς θα ήταν για γέλια αν δεν αφορούσε την κοινοβουλευτική αριθμητική.