ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Σεφέρης και η σκυτάλη

o-solomos-o-palamas-o-seferis-kai-i-skytali-561532084

Τους ποιητές που ανέσκαψαν βαθιά την ψυχή τους, με επιμονή επώδυνη, για να γνωρίσουν την ψυχή του ανθρώπου και να βοηθήσουν όλους τους υπόλοιπους όσο δεν θα τους βοηθήσουν πιθανότατα ποτέ οι ειδικοί της –μάλλον ανέφικτης, αν όχι και ανεπιθύμητης– ψυχικής υγείας· τους ποιητές που ψηλάφησαν τις πληγές της συλλογικής μνήμης, για να βρουν τις αιτίες τους παρά για να τις θεραπεύσουν, και ταυτόχρονα πολέμησαν την επιλεκτική συλλογική αμνησία και τους καλλιεργητές της· τους ποιητές που, με πείσμα και επινοητικότητα, στέριωσαν και πλούτισαν την κοινή μας γλώσσα, δοκίμασαν τις αντοχές της και την άνοιξαν στις δυνατότητές της, αυτούς τους ποιητές δεν γίνεται να τους λησμονήσουμε ποτέ. Γιατί τους έχουμε πάντα ανάγκη. Ακόμα κι αν δεν επιστρέψουμε στις σελίδες τους με το αρχικό πάθος και την παλιά προσήλωση, παραμένουν μέσα μας· όχι δίπλα μας.

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ένας από αυτούς. Ενας από τους λιγοστούς λογοτέχνες μας που μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε εξακολουθητικά παρόντες. Ακόμα κι αν αναγνωρίσουμε μια κάποια κόπωση των σεφερικών σπουδών, δεν παύει να είναι, μαζί με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, το δίδυμο που έλκει περισσότερο την ερευνητική φιλολογία, την κριτική-δοκιμιακή ανάγνωση. Σε αυτό συντελεί τόσο η ποικιλομορφία του έργου του (υπήρξε ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός, ενδογλωσσικός και διαγλωσσικός μεταφραστής) όσο και η μεταθανάτια εκδοτική παρουσία του, με κείμενά του που δεν θέλησε να τα δει τυπωμένα στον καιρό τους, ενόσω ζούσε. Μετά το 1971 προστέθηκαν στο σεφερικό corpus πολλές σελίδες με ποιήματα, δοκίμια, επιστολές, ημερολογιακές εγγραφές, μεταφράσεις. Η πολιτική δράση του, η σχέση του με την Κύπρο και η στάση του κατά των δικτατόρων είναι τρεις επιπλέον λόγοι που, μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του και την κηδεία-διαδήλωση, ευνοούν την παραγωγή σεφερολογικών σελίδων.

Πριν από εφτά χρόνια, το 2014, στη σειρά «Ελληνες Ποιητές» που είχε εκδώσει η «Καθημερινή» είχα αναλάβει το δύσκολο έργο να απαρτίσω μια ανθολογία της ποίησης του Σεφέρη. Το έργο, με τίτλο έναν από τους επιγραμματικούς σεφερικούς στίχους που συνταιριάζουν τη σοφία με την απλότητα, μια λιτότητα σαν του δημοτικού τραγουδιού («Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί»), προέκυψε δίτομο. Δεν γινόταν αλλιώς. Στο ξεκίνημα της εισαγωγής μου εκεί δοκίμαζα να ανακεφαλαιώσω σχεδόν τηλεγραφικά τι «εκόμισε εις την τέχνη» ο Γιώργος Σεφέρης.

Τους ποιητές που πολέμησαν την επιλεκτική συλλογική αμνησία και τους καλλιεργητές της, τους έχουμε πάντα ανάγκη.

Εκόμισε τον βαθύ και ήρεμο ποιητικό αλλά και δοκιμιακό στοχασμό του για το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς και για το πρόσωπο του ανθρώπου στον έρωτά του, στη μοναξιά του, στην απόγνωσή του. Την καίρια συμβολή του στην ανανέωση του ποιητικού λόγου. Την αδιαφορία του για τα στιχουργημένα κηρύγματα. Τη δύναμή του να μιλάει στα ποιήματά του για τα δράματα του τόπου χωρίς να ενδίδει στη ρητορική τού μελοδραματισμού. Τη στέρεη γλώσσα του, μια δημοτική που εμπιστεύεται τη χάρη και τον πλούτο της. Τη γενναία, συναρπαστική πίστη πως «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα τραγούδια μας». Μια μέθοδο τίμιας συνομιλίας με τη λογοτεχνική παράδοση, από τις αρχαίες ρίζες της, στο έργο του Ομήρου και των τραγωδών, έως το δημοτικό τραγούδι, που το εγκωμίασε ως πρότυπο γλωσσικού ήθους, τον «Ερωτόκριτο» και τους μεγάλους ποιητές του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Τη σκέψη του για τον Διονύσιο Σολωμό, τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κ.Π. Καβάφη –και τον Μακρυγιάννη. Τη σχέση του με τη διεθνή ποίηση, που αποτυπώθηκε και στις μεταφράσεις αλλόγλωσσων ποιητών. Ενώ στην Ελλάδα εκόμισε το πρώτο της Νομπέλ Λογοτεχνίας, το 1963.

Θα μπορούσα να προσθέσω πολλά. Μένω σε ένα, αποκαλυπτικό της σχέσης του με την παράδοση, που την εννοεί σαν ανάκτηση, σαν προσπάθεια ανάκτησης. Επειδή νοιάζεται και για την παιδεία των πολλών, αποφασίζει να μεταφράσει δύο από τις Ιερές Γραφές, και μάλιστα τις πλέον προβληματικές για τους κατασκευαστές κανόνων: το «Ασμα Ασμάτων» που αποδίδεται στον Σολομώντα, και την «Αποκάλυψη» που αποδίδεται στον ευαγγελιστή Ιωάννη. Υπάρχουν λάθη στις μεταφράσεις αυτές, όπως υπάρχουν και στη μεταφορά στα ελληνικά αλλόγλωσσων ποιημάτων, την «Αντιγραφή» όπως την εννοούσε ο Σεφέρης. Τις αστοχίες τις έχει επισημάνει η κριτική, έστω αργοπορημένα (θυμίζω το βιβλίο «Ο Σεφέρης μεταφραστής: αρνητική κριτική» του Ξενοφώντα Κοκόλη, Καστανιώτης, 2001). Εδώ ωστόσο μένω στη μεταφραστική του βούληση. Βέβαιος, όπως κάθε μετρημένος άνθρωπος, ότι δεν αρκεί να γεννηθείς Ελληνας για να γνωρίζεις αρχαία ελληνικά ή την ελληνιστική κοινή, γράφει στο Προλόγισμα του μεταφρασμένου «Ασματος Ασμάτων». «Τούτος ο σημερινός ελληνικός κόσμος, αν πρόκειται κάποτε να πάψει να είναι πνευματικά υποανάπτυκτος, καθώς λένε, πρέπει να ζήσει με οικειότητα και ν’ αγαπήσει αυτά τα κείμενα που είναι η κληρονομιά του κι η παράδοσή του· και τούτο πώς να γίνει χωρίς μεταφράσεις; Είναι παράδοξο, αν πάει ο νους μας στις Γραφές, είναι αλήθεια παράδοξο να το αναλογιστεί κανείς, πως ένας λαός Χριστιανικός και Ορθόδοξος, ο πιο Χριστιανός Ορθόδοξος του κόσμου, έζησε τους τελευταίους αιώνες –δεν ξέρω πόσους–σε μια μισοσυνείδητη συμβίωση με τα Ιερά Γράμματά του. Πόσοι Ελληνες καταλαβαίνουν και αισθάνουνται ένα κείμενο των Ο΄ ή έστω τις “προς Κορινθίους”;»

Εδώ ο Σεφέρης διασταυρώνεται άλλη μία φορά με τον Κωστή Παλαμά, όπως διασταυρώθηκαν και στο μοτίβο του επισφαλούς χτισίματος στην άμμο. Ο Μεσολογγίτης, δημοτικιστής ακόμα κι όταν έγραφε στην καθαρεύουσα, αρθρογραφούσε στον «Ελεύθερο Λόγο» στις 31.10.1899, για να αναδείξει τη μετάφραση των Γραφών ως πράξη πνευματικά σωστική: «Ποία είναι τα επισημότατα των χριστιανικών αναγνωσμάτων του ελληνικού λαού; Είναι η “Αμαρτωλών Σωτηρία”, είναι τα Συναξάρια. Μεταφράσετε το Ευαγγέλιον ευμούσως εις γλώσσαν προσιτήν εις πάντας, ανάλογον γραμματικώς προς την γλώσσαν της “Αμαρτωλών Σωτηρίας” και των Συναξαρίων. Οχι· το Ευαγγέλιον μεταφραζόμενον δεν αποβάλλει τι της μυστηριώδους αυτού ιερότητος· μόνο το μυστήριον τούτο αισθητοποιείται, πάλλεται από απροσδόκητον παλμόν ζωής».

Σαν να παίρνει ο Σεφέρης, και στο ζήτημα αυτό, μια σκυτάλη από τον Παλαμά. Γενικότερα, και κάπως σχηματικά, όπως έγραφα και στην «Ανθολογία»το 2014, η σκυτάλη του βαθιά στοχαζόμενου (για την τέχνη, τη γλώσσα και για τον τόπο) και πολύτροπα εκφραζόμενου ποιητή, που από τον Σολωμό πέρασε στον Παλαμά, βρέθηκε έπειτα στα χέρια του Σεφέρη. Δεν το εννοώ αυτό σύμφωνα με όσα υποδηλώνουμε συνήθως με τον όρο «εθνικός ποιητής» που μας κληρονόμησε ο 19ος αιώνας του ρομαντισμού και της εθνογένεσης. Αναφέρομαι στον παρεμβατικό λογοτέχνη-στοχαστή, που η στιβαρή γραφή και η φωνή του σφραγίζουν μια εποχή βαθύτερα απ ό,τι άλλοι άξιοι, αξιότατοι λογοτέχνες που είτε δεν έχουν λόγο για τα κοινά ζητήματα, όχι μόνο τα φιλολογικά (ή δεν βρίσκουν τόπο να τον εκφράσουν) είτε εκφράζονται σποραδικά.