ΑΠΟΨΕΙΣ

Ψηφιακά αυγά

Το χάλκινο γλυπτό, έργο της γλύπτριας Αφροδίτης Λίτη, που τοποθετήθηκε με πρωτοβουλία του Ελληνικού Συλλόγου «Μαρία Κάλλας» επί της Διονυσίου Αρεοπαγίτου (στο αλσύλλιο της Ροβέρτου Γκάλι) αποτέλεσε το νέο πεδίο για ένα όργιο κανιβαλισμού στα κοινωνικά δίκτυα, σε τέτοιο βαθμό που από ένα σημείο και έπειτα μοιάζει να μεταλλάσσεται σε αυτονομημένη αντίδραση δίχως σημείο αναφοράς: γίνεται για να γίνεται, για να ξεδώσουμε.

Εξυπακούεται ότι κάθε καλλιτεχνικό έργο, που εκτίθεται μάλιστα σε δημόσιο χώρο, τίθεται στην κρίση των πολιτών. Γενικά, οι Ελληνες φωνάζουμε για αλλαγή, αλλά μόλις πάει να γίνει η αλλαγή φωνάζουμε εναντίον της. Από την εποχή της κατασκευής του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου στο Σύνταγμα, αρχές της δεκαετίας του ’30, έως το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως ή τους –προσωρινούς–χριστουγεννιάτικους φωτισμούς της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, ο απλός κόσμος αντιδρά λυσσαλέα ή διχάζεται λυσσαλέα.

Προσωπικά δεν έχω δει το γλυπτό της Μαρίας Κάλλας από κοντά παρά μόνον σε φωτογραφίες. Κρίνοντας από αυτές, μου φαίνεται όντως αποτυχημένο. Αποτυχημένος, ωστόσο, μου φαίνεται και ο ανδριάντας του Οδυσσέα Ελύτη στη Δεξαμενή, όπως και η προτομή της Μελίνας Μερκούρη στην είσοδο της Αρεοπαγίτου, που στήθηκαν προ εποχής κοινωνικών δικτύων. Οι προτομές και οι ανδριάντες είναι γενικά δύσκολη υπόθεση το 2021: είναι μια παρωχημένη μορφή έκφρασης, σεβαστικής υποτίθεται, και γι’ αυτό ανώδυνης και συχνότατα γραφικής (τουλάχιστον στη χώρα μας).

Βεβαίως, είναι άλλη κουβέντα το να κρίνεις ένα έργο ως ατυχές και άλλη το να πετάς με λύσσα ψηφιακά αυγά στην καλλιτέχνιδα. Εχω όμως την αίσθηση ότι η συγκεκριμένη λυσσαλέα αντίδραση δεν έχει τόσο να κάνει με την καθαρή αισθητική του συγκεκριμένου γλυπτού, αλλά, κυρίως, με το γεγονός ότι το έργο αναπαριστά ένα «ιερό τέρας»όπως ήταν η Μαρία Κάλλας.

Είναι κάτι σαν ταμπού η λατρεία για την Κάλλας σε μια χώρα που κατά τα άλλα απεχθάνεται ή/και αγνοεί το λυρικό τραγούδι και την κλασική μουσική ευρύτερα. Το πολύ πολύ να προσκυνά ένα trend μέσα από τη χιλιοπαιγμένη Casta Diva και τη χιλιομασημένη Vissi d’ Arte. Οταν όμως έρχεται η στιγμή που βάλλεται η «εικόνα» το φετίχ, η ευαισθησία περισσεύει.

Το γράφαμε και με αφορμή την παράσταση της Μαρίνας Αμπράμοβιτς: ο φετιχισμός με την Κάλλας ελάχιστη σχέση έχει με την ουσία της (τη μουσική, την ερμηνεία, με το τι κόμισε στην τέχνη του λυρικού τραγουδιού) και περισσότερο με την εικόνα, την περσόνα που, μάλιστα, πλάστηκε μετά τον θάνατό της εν αγνοία της.

Υπάρχει, φυσικά, και η γνήσια αγανάκτηση και απόρριψη ενός έργου όπως το γλυπτό ή οι παραστάσεις των Αμπράμοβιτς και Μπελούτσι. Κάποιοι, δε, φτάνουν στο σημείο να ζητούν να προστατευθεί το λεγόμενο «rand Μαρία Κάλλας». Αλήθεια, πώς ακριβώς θα γίνει αυτό; Οπως κάναμε με το brand «ελληνική φέτα»στην Ευρώπη; Με λογοκρισία και απαγορεύσεις;